Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Ό κίνδυνος της αναισθησίας


- Γέροντα, μερικές φορές μού ζητούν λαϊκοί νά προσευχηθώ γιά ένα
πρόβλημα τους. Το κάνω, χωρίς όμως νά νιώσω πόνο.
- Έδώ υπάρχουν δύο περιπτώσεις: ή πρώτη είναι επικίνδυνη, ή δεύτερη έχει
πνευματική αντιμετώπιση. Όταν ό μοναχός ξεχνά τους δικούς του και δεν
σκέφτεται καί τους άλλους, δηλαδή δεν προσεύχεται γιά τον κόσμο, τότε αυτό
είναι πολύ κακό. Ερχόμαστε δηλαδή στο μοναστήρι, εγκαταλείπουμε τους
δικούς μας, καί φθάνουμε νά ξεχάσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους
άλλους. Αντιμετωπίζουμε τά πράγματα πνευματικά, άλλα δεν συμμετέχουμε
στον πόνο των άλλων πνευματικά. Δεν προχωρούμε πνευματικά, γιά νά
μπορέσουμε νά νιώσουμε τά προβλήματα τους, και υπάρχει κίνδυνος νά
φθάσουμε σέ μιά αναισθησία. Αρχίζει σιγά-σιγά μία αδιαφορία καί γίνεται ή καρδιά
πέτρα. Στην δεύτερη περίπτωση πονά κανείς γιά όλο τον κόσμο, άλλα νιώθει
καί μιά παρηγοριά, γιατί σκέφτεται ότι ό άλλος πού υποφέρει θά εχη μισθό από
τον Θεό, θά είναι μάρτυρας. Με αυτόν τον λογισμό νιώθει βαθειά σιγουριά καί
έχει μιά εσωτερική χαρά. Σ' αυτήν τήν περίπτωση ή καρδιά δεν είναι πέτρινη
άλλα θεϊκή.
Αν δεν προσέξουν οί καλόγεροι, μπορεί νά γίνη ή καρδιά τους πολύ
σκληρή. Οί κοσμικοί βλέπουν ατυχήματα, τήν δυστυχία των άλλων, καί πονούν.
Έμεϊς δεν τήν βλέπουμε καί μπορεί νά ζητάμε όλο γιά τόν εαυτό μας. Αν δεν
κάνουμε δηλαδή λεπτή εργασία, γιά νά νιώσουμε τήν δυστυχία των άλλων καί
νά κάνουμε γι' αυτούς καρδιακή προσευχή, θά γίνουμε σκληροκάρδιοι. Θά
φθάσουμε σέ σημείο νά θέλουμε το βόλεμα μας καί θά γίνη ή καρδιά μας
πέτρινη μέ τήν αδιαφορία, πράγμα πού είναι άντιευαγγελικό. Ό μοναχός πρέπει
νά ενδιαφέρεται, νά πονάη καί νά προσεύχεται γενικά γιά τόν κόσμο. Αυτό δέν
τοΰ φέρνει περισπασμό, άλλα αντιθέτως βοηθιέται καί ό ϊδιος μέ τήν προσευχή,
βοηθάει καί τους άλλους.
- Γέροντα, ενώ βλέπω τά χάλια μου, κάνω πιό πολλή προσευχή γιά τους
άλλους. Μήπως είναι καλύτερα νά μήν προσεύχωμαι γιά τους άλλους καί νά
προσεύχωμαι μόνο γιά τόν εαυτό μου;
- Άπό ταπείνωση; Αν είναι άπό ταπείνωση, νά λές στον Θεό μέ πολλή
ταπείνωση: «Θεέ μου, τέτοια πού είμαι, δέν πρέπει νά μέ ακούσης. Αλλά δέν
είναι αδικία νά υποφέρουν οί άλλοι εξ αιτίας μου; Γιατί, εάν είχα πνευματική
κατάσταση, παρρησία, θά μέ άκουγες και θα τους βοηθούσες. Φταίω και εγώ,
πού ό άλλος υποφέρει. Τώρα όμως τί φταίει νά ύποφέρη εξαιτίας μου; Σε
παρακαλώ, βοήθησε τον». Εξαρτάται δηλαδή πώς τοποθετείσαι γιά τους
άλλους. Νιώθεις ότι δέν είσαι άξια, αλλά τυχαίνει, βλέπεις έναν πονεμένο,
στενοχωριέσαι, πονάς, προσεύχεσαι. Όταν λ.χ. βλέπω έναν τυφλό, αισθάνομαι
τόν εαυτό μου ένοχο, γιατί, αν είχα πνευματική κατάσταση, θά μπορούσα νά
τόν θεραπεύσω. Ό Θεός μάς έδωσε τήν δυνατότητα νά γίνουμε άγιοι, νά
κάνουμε θαύματα, όπως έκανε και Εκείνος. Αναγνωρίζουμε τήν μεγάλη ή μικρή
μας πνευματική αρρώστια και ταπεινά ζητούμε τήν σωματική υγεία γιά τόν
συνάνθρωπο μας, ώς ένοχοι γιά τήν αρρώστια του. Γιατί, έάν είχαμε
πνευματική υγεία, θά είχε θεραπευθή προ καιρού και δέν θά παιδευόταν. Όταν
τοποθετούμαστε σωστά, ότι είμαστε ένοχοι γιά όλη τήν κατάσταση τού κόσμου,
και λέμε «Κύριε, Ίησοϋ Χριστέ, έλέησον ημάς», βοηθιέται καί ό κόσμος όλος. Καί
γιά τά χάλια του πρέπει νά πόνεση κανείς καί νά ζήτηση το έλεος τού Θεού.
Φυσικά, αν φθάση σέ μιά πνευματική κατάσταση, τότε γιά τόν εαυτό του δέν
ζητάει τίποτε.
Βλέπω ότι πολλές φορές πιάνουμε στραβά το «Κύριε, Ίησοϋ Χριστέ,
έλέησόν με» καί δήθεν από ταπείνωση δέν λέμε «έλέησον ημάς», δέν
προσευχόμαστε γιά τους άλλους παρά μόνο γιά τόν εαυτό μας. Γι' αυτό καί
μερικές φορές μάς παρεξηγούν εμάς τους μοναχούς οί κοσμικοί καί λένε ότι
είμαστε εγωιστές καί ότι φροντίζουμε νά σώσουμε μόνον τόν εαυτό μας. Το
«έλέησόν με» είναι γιά νά μήν πέσουμε σέ υπερηφάνεια. Ή ευχή ενός ταπεινού
άνθρωπου, πού πιστεύει ότι είναι χειρότερος άπό όλους, έχει περισσότερη αξία
από τήν αγρυπνία πού κάνει ένας άλλος μέ υπερήφανο λογισμό. Όταν
προσευχώμαστε μέ υπερηφάνεια, κοροϊδεύουμε τόν εαυτό μας.

Κατάσταση συναγερμού


Μήν ξεχνάτε ότι περνούμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή
προσευχή. Νά θυμάστε την μεγάλη ανάγκη πού έχει ό κόσμος σήμερα και τήν
μεγάλη απαίτηση πού έχει ό Θεός από μας γιά προσευχή. Νά εϋχεσθε γιά τήν
γενική εξωφρενική κατάσταση όλου τού κόσμου, νά λυπηθή ό Χριστός τά
πλάσματα Του, γιατί βαδίζουν στην καταστροφή. Νά επέμβη θεϊκά στην
εξωφρενική εποχή πού ζούμε, γιατί ό κόσμος οδηγείται στην σύγχυση, στην
τρέλλα και στο αδιέξοδο.
Μας κάλεσε ό Θεός νά κάνουμε προσευχή γιά τον κόσμο, πού έχει τόσα
προβλήματα! Οι καημένοι δεν προλαβαίνουν έναν σταυρό νά κάνουν. Έάν έμεϊς
οι μοναχοί δεν κάνουμε προσευχή, ποιοι θά κάνουν; Ό στρατιώτης σέ καιρό
πολέμου είναι σε κατάσταση συναγερμού, έτοιμος με τά παπούτσια. Στήν ϊδια
κατάσταση πρέπει νά είναι και ό μοναχός. Αχ, Μακκαβαΐος θά έβγαινα! Στά
βουνά θά έφευγα, γιά νά προσεύχωμαι συνέχεια γιά τον κόσμο.
Πρέπει νά βοηθήσουμε μέ τήν προσευχή τον κόσμο όλο, νά μήν κάνη ό
διάβολος ό,τι θέλει. Έχει αποκτήσει δικαιώματα ό διάβολος. Όχι ότι τον αφήνει
ό Θεός, άλλα δέν θέλει νά παραβίαση το αυτεξούσιο. Γι' αυτό εμείς νά
βοηθήσουμε μέ τήν προσευχή. Όταν πονάη κανείς γιά τήν σημερινή κατάσταση
πού επικρατεί στον κόσμο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι,
χωρίς να παραβιάζεται τό αυτεξούσιο. Αν προχωρήσετε με την Χάρη τοϋ Θεού
ακόμη λίγο, θα αρχίσουμε νά κάνουμε μιά προσπάθεια στό θέμα της προσευχής,
νά μπή μια σειρά, νά γίνετε ραντάρ, γιατί και τά πράγματα ζορίζουν. Θα
διοργανώσουμε ένα συνεργείο προσευχής. Νά κάνετε πόλεμο με τό
κομποσχοίνι. Με πόνο νά γίνεται ή προσευχή. Ξέρετε τί δύναμη έχει τότε ή
προσευχή;
Πολύ πληγώνομαι, όταν βλέπω μοναχούς νά ενεργούν ανθρωπίνως και όχι
με τήν προσευχή διά μέσου τού Θεού στά δυσκολοκατόρθωτα ανθρωπίνως. Ό
Θεός μπορεί όλα νά τά τακτοποίηση. "Όταν κανείς κάνη σωστή πνευματική
εργασία, τότε μπορεί μόνο με τήν προσευχή νά χτίση μοναστήρια και νά τά
έφοδιάση με όλα τά απαραίτητα και νά βοηθήση τό σύμπαν. Δεν χρειάζεται
ούτε νά δουλεύη· αρκεί μόνο νά προσεύχεται. Ό μοναχός πρέπει νά
προσπαθήση νά μήν πονοκεφαλάη γιά τήν άλφα ή βήτα δυσκολία, είτε είναι
ατομική είτε ενός συνανθρώπου του εΐτε άφορα στην γενική κατάσταση, άλλα
νά καταφεύγη στην προσευχή και νά στέλνη διά τού Θεού πολλές θείες
δυνάμεις. Άλλωστε και τό έργο τού μοναχού αυτό είναι, και εάν αυτό δέν τό έχη
καταλάβει ό μοναχός, ή ζωή του δέν έχει κανένα νόημα. Γι' αυτό, νά ξέρη ότι ή
κάθε αγωνία του πού τον ωθεί νά αναζητά ανθρώπινες λύσεις στά διάφορα
προβλήματα, μέ ένα βασάνισμα και πονοκέφαλο, είναι τού πειρασμού. Όταν
βλέπετε ότι σας απασχολούν πράγματα γιά τά όποια ανθρωπίνως δέν υπάρχει
λύση και δέν τά εμπιστεύεστε στον Θεό, νά ξέρετε ότι αυτό είναι τέχνασμα τού
πειρασμού, γιά νά αφήσετε τήν προσευχή, μέ τήν οποία μπορεί ό Θεός νά στείλη
όχι απλώς θεία δύναμη άλλα θείες δυνάμεις, και ή βοήθεια τότε δέν θά εΐναι
απλώς θεία βοήθεια άλλα θαύμα Θεού. Από τήν στιγμή πού αρχίζουμε νά αγω-
νιούμε, εμποδίζουμε τον Θεό νά έπέμβη. Βάζουμε τήν λογική μπροστά και όχι τόν
Θεό, το θειο θέλημα, ώστε νά δικαιούμαστε την θεία βοήθεια. Ό διάβολος
προσπαθεί, κλέβοντας μέ τέχνη τήν αγάπη του μονάχου, νά τόν κρατάη σε μιά
κοσμική αγάπη, σε μιά κοσμική αντιμετώπιση και κοσμική προσφορά στον
συνάνθρωπο του, ενώ ώς μοναχός έχει τήν δυνατότητα νά κινήται στον δικό
του χώρο, στην δική του ειδικότητα, του Άσυρματιστού, γιατί αυτό είναι και το
διακόνημα πού τοϋ έδωσε ό Θεός. Όλα τά άλλα, όσα κάνουμε μέ τις ανθρώπινες
προσπάθειες, είναι σε κατώτερη μοίρα.
Επίσης καλύτερα είναι ό μοναχός νά βοηθάη τους άλλους μέ τήν προσευχή
του παρά μέ τά λόγια του. Αν δεν έχη τήν δύναμη νά συγκράτηση κάποιον πού
κάνει κακό, ας τόν βοηθήση από μακριά μέ τήν προσευχή, γιατί διαφορετικά
μπορεί και νά βλαφθή. Μιά ευχή καλή, καρδιακή, έχει περισσότερη δύναμη από
χιλιάδες λόγια, όταν οι άλλοι δέν παίρνουν άπό λόγια. Παρόλο πού λένε ότι
βοηθώ τόν κόσμο πού έρχεται και μέ βρίσκει, ώς θετική προσφορά μου στον
κόσμο βλέπω τήν μιάμιση ώρα πού διαβάζω το Ψαλτήρι. Το άλλο το θεωρώ
ψυχαγωγία· νά πουν οι καημένοι τόν πόνο τους, νά τους δώσω καμμιά
συμβουλή. Γι' αυτό τήν βοήθεια δέν τήν θεωρώ προσφορά δική μου· ή
προσευχή είναι πού βοηθάει. Αν είχα όλο τόν χρόνο μου γιά προσευχή,
περισσότερο θά βοηθούσα τόν κόσμο. Ας πούμε ότι θά δώ τήν ημέρα
διακόσιους πονεμένους· μόνο διακόσιοι πονεμένοι υπάρχουν στον κόσμο; Αν
δέν δώ κανέναν και προσευχηθώ γιά όλον τόν κόσμο, τότε βλέπω όλον τόν
κόσμο. Γι' αυτό λέω στον κόσμο: «Έγώ θέλω νά μιλώ γιά σας στον Θεό, και όχι
σ' εσάς γιά τόν Θεό. Αυτό είναι καλύτερο γιά σας, άλλα δέν μέ καταλαβαίνετε».
Νά μήν παραμελούμε το θέμα της προσευχής σ' αυτά τά δύσκολα χρόνια.
Είναι ασφάλεια ή προσευχή, είναι επικοινωνία με τόν Θεό. Είδατε τί λέει ό
Άββάς Ισαάκ; «Δέν θα μας ζήτηση λόγο ό Θεός, γιατί δεν κάναμε προσευχή,
άλλα γιατί δέν είχαμε επαφή με τόν Χριστό και μας ταλαιπώρησε ο
διάβολος»
.

Ό μοναχός και ή αναγέννηση τοϋ κόσμου


Οί μοναχοί είναι ό τακτικός στρατός τοϋ Χρίστου, γι’ αυτό δεν
πληρώνονται. Νά, βλέπεις πώς πολλοί δεν μπορούν νά ξεχάσουν το Αγιον
Όρος! Όπου άλλου νά πάνε, θά τους ζητήσουν χρήματα κ.λπ., ενώ στο Αγιον
Όρος θά βγάλουν μόνον το διαμονητήριο και από εκεί και πέρα μπορούν νά
πάνε όπου θέλουν, χωρίς νά πληρώσουν, θά φάνε δωρεάν, θά κοιμηθούν
δωρεάν. Βρίσκουν κάτι άλλο, και γι' αυτό βοηθιούνται. Όταν ήμουν στο Καλύβι
τοϋ Τιμίου Σταύρου198, ήρθε κάποιος πού είχε προβλήματα. Συζητήσαμε μιάμιση
ώρα. Μετά έβγαλε νά μοϋ δώση ένα πεντακοσάρικο. «Τί είναι αυτό;», τοϋ λέω.
«Γιά μιά απλή επίσκεψη στον γιατρό πληρώνουμε τόσο, μοϋ λέει. Μέ συγχωρής,
μήπως είναι λίγα;».
Μερικοί μεγάλοι της Ε.Ο.Κ., όταν ήρθαν στό Αγιον Όρος υστέρα άπό τήν
τελευταία πυρκαγιά, γιά νά δουν τί χρειάζεται και νά βοηθήσουν, πέρασαν και
άπό το Καλύβι. Πάνω στην συζήτηση τους είπα: «Έμεϊς ήρθαμε εδώ, γιά νά
δώσουμε· δεν ήρθαμε, γιά νά πάρουμε». «Πρώτη φορά το ακούσαμε αυτό», μοϋ
είπαν και το σημείωσαν αμέσως. Έμεϊς γίναμε μοναχοί, γιά νά πάρουμε υλικά;
Γίναμε μοναχοί, γιά νά δίνουμε πνευματικά, χωρίς νά παίρνουμε υλικά. Νά
είμαστε απαλλαγμένοι άπό τά βιοτικά, γιά νά μεριμνούμε γιά τά πνευματικά.
Βγήκαμε στό κλαρί γιά τήν αγάπη τοϋ Χρίστου, γιά νά ελευθερωθούμε εμείς άπό
τά πάθη και νά ελευθερώσουμε και άλλους.
Ό σκοπός μας είναι μέ τήν προσευχή και το παράδειγμα μας νά
βοηθηθούν οί άνθρωποι, γιά νά αναγεννηθούν πνευματικά. Όταν φεύγη άπό
τον κόσμο κανείς και μπαίνη στο μοναστήρι, γίνεται Πατήρ ή Μήτηρ, δηλαδή
πνευματικός Πατέρας ή πνευματική Μητέρα. Μια κοπέλα, όταν γίνεται μοναχή,
«νυμφεύεται»· γίνεται νύμφη Χριστού, μητέρα πνευματική, και βοηθάει για τήν
πνευματική αναγέννηση των ανθρώπων. Με τήν προσευχή βοηθάει να γίνουν
λ.χ. σωστές οικογένειες. Άλλα εκτός από τήν προσευχή, υπάρχουν και
περιπτώσεις πού πρέπει να προσφέρη στον άνθρωπο και ανθρώπινη βοήθεια.
Κάθε σωστή μοναχή, έκτος από τήν προσευχή πού κάνει για τον κόσμο, πολύ
βοηθάει με τον τρόπο της, με μια σωστή αντιμετώπιση, με δυο λόγια
πνευματικά πού θα πή εκεί στο άρχονταρίκι σε έναν προσκυνητή, για να
συλλαβή το βαθύτερο νόημα της ζωής, σε μια μητέρα, γιά νά τήν στήριξη. Το να
ζητάη όμως ή μοναχή επικοινωνίες κ.λπ., είναι χαμένα πράγματα, γιατί οι
προβολές οι κοσμικές έρχονται σέ σύγκρουση με τους πνευματικούς νόμους και
ταλαιπωρούμαστε. Όσο μπορείτε, νά κινήσθε στην αφάνεια. Κάνω μια σύγκριση
και πονώ: Μερικοί μοναχοί επιδιώκουν πανηγύρια, επισκέψεις, φιλίες
πνευματικές. Έγώ αναγκάζομαι νά πάω κάπου γιά πνευματική εργασία και τό
νιώθω σάν μαρτύριο, το βλέπω σπατάλη χρόνου.
- Γέροντα, όταν μιά μοναχή μεγάλη στην ηλικία είναι ανώριμη πνευματικά, τί
φταίει;
- Δεν παρακολουθεί τόν εαυτό της και δεν κάνει τήν πνευματική εργασία
πού πρέπει. Τό κακό από εκεί ξεκινάει. Άς πούμε ότι μιά δεν τήν καλούσε γιά
μοναχή ό Χριστός και έμενε στον κόσμο και γινόταν μητέρα. Τότε δεν θά είχε
απαιτήσεις αυτή από τους άλλους, άλλα οί άλλοι θά είχαν απαιτήσεις άπό
αυτή. Θά έδινε πολλά και θά έπαιρνε πολλά μέ τήν θυσία πού θά έκανε. Στο
μοναστήρι πρέπει νά γίνη πνευματική μητέρα- ή αποστολή της είναι ανώτερη
και άπό της μητέρας. Άλλα τώρα τί γίνεται; Έρχεται στό μοναστήρι μικρή καί,
αν δεν κάνη την πνευματική εργασία πού πρέπει, έχει τον λογισμό ότι είναι
συνέχεια παιδί. Πρέπει όμως να καταλάβη ότι δεν είναι παιδί, για να έχη τον
λογισμό: «Έχουμε τήν μάνα μας, έχουμε το σπίτι μας, έχουμε το αμέριμνο, και
δεν με νοιάζει». Πρέπει νά δίνη, νά βοηθάη γιά τήν αναγέννηση τήν πνευματική
τις μικρότερες αδελφές με τήν συμπεριφορά της, ή τους λαϊκούς πού έρχονται
στό μοναστήρι έκεϊ πού διακονεί στο άρχονταρίκι, στην Εκκλησία κ.λπ., νά
θυσιάζεται σέ όλα, καί έτσι, χωρίς νά ζητάη, θά παίρνη. Αν ή μοναχή δεν
τοποθετηθή έτσι, πάνε όλα χαμένα. Μένει σέ μιά υπανάπτυκτη κατάσταση καί
θέλει συνέχεια νά παίρνη καί από μικρές καί άπό μεγάλες, χωρίς εκείνη νά δίνη.
Καλλιεργεί ένα βλαμμένο πνεύμα καί δεν ωριμάζει, γιατί δέν προσφέρει τον
εαυτό της στους άλλους.
Βλέπω σέ μερικούς μοναχούς ακριβώς τήν κατάσταση ενός Βεδουίνου πού
είχα γνωρίσει στό Σινά. Ήταν εξήντα πέντε χρονών καί έλεγε: «Καί εγώ δέν έχω
πατέρα· είμαι ορφανός»! Εξήντα πέντε χρονών έχουν εγγονάκια. Δυο γενιές καί
τρεις πέρασαν καί νά λέη «καί εγώ δέν έχω πατέρα», νά αναζητά δηλαδή τήν
αγάπη τοϋ πατέρα! Καί έμεϊς οι καλόγεροι, αν δέν προσέξουμε, παραμένουμε
παιδιά· αυτό είναι το κακό. Αν όμως σκε-φθή ή μοναχή ή ό μοναχός τί θά έκανε
στον κόσμο σ' αυτήν τήν ηλικία, θά πή: «Τώρα δέν πρέπει νά ζητώ ανθρώπινη
παρηγοριά· εγώ πρέπει νά θυσιασθώ, καί όχι νά έχω απαιτήσεις». Έρχονται στό
μοναστήρι οί περισσότεροι μικροί, βρίσκουν πνευματικούς γονείς καί μπορεί νά
μείνουν σέ μιά παιδική κατάσταση, μέ παιδικές απαιτήσεις, ένώ, αν ήταν στον
κόσμο, θά γίνονταν γονείς. Παραμένουν δηλαδή συνέχεια παιδιά όχι μέ τήν
καλή έννοια άλλα μέ τήν μωρουδίστικη. Καί βλέπεις, μπορεί νά γεράσουν άλλα,
αν δέν δουλέψουν τό μυαλό, μπορεί νά χαρούν μέ μιά καραμέλλα ή μέ μιά
φανέλλα. «Μοϋ πήρε μάλλινα ό Γέροντας», έλεγε ένα γεροντάκι εκεί στο Αγιον
Όρος και έδειχνε τήν φανέλλα πού τοϋ έδωσε ό Γέροντας του. Χαιρόταν σάν τό
παιδάκι πού τοϋ πήρε ή μάνα του σακκάκι με σειρήτια!
Νά γίνουμε παιδιά στην ακακία, όχι στο μυαλό
. Γιατί αλλιώς, πώς θά μπή
στην ζωή μας ή παλληκαριά; Πώς θα μπή ό ανδρισμός; Ένας μοναχός, γιά νά
κάνη προκοπή, πρέπει νά μαλακώση αυτό τό σκληρό πού έχει, νά κάνη δηλαδή
λίγο μητρική τήν καρδιά του. Καί μιά μοναχή, γιά νά κάνη προκοπή, πρέπει νά
απόκτηση λίγο ανδρισμό.

Ή πνευματική συστολή αλλοιώνει τους άλλους


- Γέροντα, μιά ψυχή, όταν έρχεται στο μοναστήρι καί έχη ακόμη τό
κοσμικό φρόνημα, έναν κοσμικό αέρα, πώς θά τό άποβάλη αυτό;
- Όταν μπαίνη στο μοναστήρι, πρέπει νά ξεχάση τον κόσμο καί μετά νά μήν
ξεχνάη ότι βρίσκεται σε μοναστήρι. Καλά, στό σπίτι της μπορεί νά μη
βοηθήθηκε, νά μήν πήρε σωστή αγωγή· τώρα θέλει προσοχή τί αγωγή θά πάρη
εδώ. Μοναχική αγωγή. Τό μοναστήρι είναι ένας ιερός χώρος. Ό κόσμος είναι
άλλο. Όταν σκέφτεται κανείς ότι κινείται μέσα σε έναν ιερό χώρο, έρχεται μόνη
της ή συστολή. Άλλα, όταν ξεχνιέται καί νομίζη ότι είναι στον κόσμο, πώς θά
έρθη ή συστολή; Νά κινήται φυσιολογικά ή μοναχή, μέ απλότητα, με ταπείνωση,
όχι νά πάη νά κάνη τήν κακομοίρα. Αυτό είναι αηδιαστικό, αποκρουστικό.
Βλέπω σε μερικές δόκιμες αδελφές πού περπατούν καμαρωτές-καμαρωτές
ένα κοσμικό πράγμα. Σαν νύμφες κοσμικές περπατούν, όχι σαν νύμφες Χριστού.
Ένώ σέ άλλες πού περπατούν μέ μια συστολή, βλέπω κάτι το Ιερό. Πόσο
διαφέρει το ένα από το άλλο! Αμέσως καταλαβαίνει κανείς τί είναι ό
Μοναχισμός. Έάν παρατηρήσετε τά στάχυα, θα δήτε ότι όποιο στέκεται ψηλά,
όρθιο, δεν έχει τίποτε μέσα. Ένώ τό ψωμωμένο στάχυ γέρνει προς τά κάτω.
Ένας μοναχός μέ ευλάβεια αλλοιώνει τους άλλους πού τον βλέπουν. Νά,
σήμερα ήρθε ένας ιερομόναχος πού τόν γνωρίζω από παλιά. Παρόλο πού είναι
άσχημος, δηλαδή δέν έχει ομορφιά εξωτερική, πάντα όταν κοινωνούσε, τόν
έβλεπα νά λάμπη. Αλλά και όταν δέν κοινωνούσε, έβλεπα μιά λάμψη, μιά
πνευματική λάμψη στο πρόσωπο του. Όπως ή άσφαλτος, ένώ είναι πίσσα, όταν
τήν βλέπη κανείς άπό μακριά τό καλοκαίρι, έχει πολλές φορές μιά γυαλάδα, έτσι καί
εδώ βλέπεις μιά λάμψη σέ έναν πού είναι άσχημος. (Δέν είναι φυσικά τόσο
κατάλληλο τό παράδειγμα, αλλά τί νά φέρη κανείς σάν παράδειγμα;). Δηλαδή
εκείνη ή πνευματική κατάσταση πού έχει, τού δίνει καί εξωτερικά μιά λάμψη.
Αυτή είναι ή ομορφιά ή πνευματική, ή χάρις, ή θεία Χάρις. Καί άλλοι ιερωμένοι
πού έχουν ομορφιά εξωτερική, άλλα έχουν κοσμικό πνεύμα καί κινούνται μέ
έναν κοσμικό αέρα, πόσο αποκρουστικό είναι! Βλέπεις έναν άνθρωπο τελείως
κοσμικό. Δηλαδή έκτος άπό τήν ίερωσύνη, νά μή βλέπης τίποτε άλλο πνευματικό.
Ό άνθρωπος καθρεφτίζεται στο πρόσωπο. Είναι αυτό πού είπε ό Χριστός: «Ό
λύχνος τον σώματος έστιν ό οφθαλμός. Έάν ό οφθαλμός σου άπλοϋς η, όλον τό
σώμα σον φωτεινόν εσται». Αν έχη κανείς απλότητα, έχη ταπείνωση, υπάρχει
θειος φωτισμός, λαμποκοπάει. Νά, αυτό πρέπει νά έπιτύχη ό μοναχός.
- Γέροντα, ό Άγιος Νείλος ό Καλαβρός λέει ότι άπό την στιγμή πού κάποιος
γίνεται μοναχός, θα γίνη ή Άγγελος ή διάβολος. Δηλαδή δεν υπάρχει κάτι
ενδιάμεσο;
- Θέλει να πή πώς ό μοναχός πρέπει να κάνη σωστή δουλειά. Γι' αυτό και
όταν ένας μεγαλόσχημος μοναχός πέση σέ θανάσιμη αμαρτία, επιτρέπει ό
Θεός να πέση ράβδος, για νά έξιλεωθή. Μερικές φορές νομίζουμε ότι θά
πάρουμε τήν Χάρη μέ εξωτερικά πράγματα, με τεχνητό, με μαγικό τρόπο. Άλλα
έτσι ούτε ό Θεός αναπαύεται ούτε ό ίδιος ό άνθρωπος αναπαύεται εσωτερικά
ούτε και τους άλλους αναπαύει. Φτιάχνουν λ.χ. μερικοί μοναχοί σχήματα
φαρδιά καί μακριά μέχρι κάτω, μέ σταυρούς κόκκινους, μέ τριαντάφυλλα, μέ
κόκκινα κλαδιά, μέ ένα σωρό γράμματα... Ανοίγουν εν τω μεταξύ καί το ράσο,
για νά φαίνωνται, σαν τους Φαρισαίους πού φάρδαιναν τα κράσπεδα, γιά
νά δείξουν ότι προσεύχονται πολύ! Καί έβλεπες παλιά, μόνον όταν περ-
πατούσε ό μοναχός φαινόταν λίγο τό σχήμα κάτω άπό το ράσο. Πολλοί
μάλιστα έβαζαν ένα μικρό σχήμα άπό μέσα, γιά νά μή φαίνεται καθόλου. Τώρα
κούφια πράγματα. Έτσι θά πάρουν Χάρη άπό τό σχήμα; Τους σιχαίνεται τό
σχήμα καί φεύγει ή Χάρις. Σκοπός είναι νά γίνη άπό μέσα ό μοναχός
μεγαλόσχημος. Καί όποιος γίνεται άπό μέσα μεγαλόσχημος, τό σχήμα τό κρύβει.
Ένα εξωτερικό πράγμα δέν κάνει τήν αλλοίωση τήν εσωτερική. Έτσι μετά μένει
κανείς εξωτερικός άνθρωπος, καί τελικά θά μάς πή ό Χριστός: «Ουκ οΐδα υμάς».

Ό σκοπός των μονών είναι πνευματικός


Ό μοναχός ενδιαφέρεται για τήν σωτηρία τήν δική του καί για τήν
σωτηρία όλων των ζώντων και όλων των κεκοιμημένων. Για τον μοναχό ή
πραγματική, ή θεϊκή αγάπη βρίσκεται μέσα στον πόνο για τήν σωτηρία της
ψυχής του καί στον πόνο για τήν σωτηρία όλου του κόσμου. Ή αφιερωμένη
ψυχή του μονάχου συντελεί να σωθούν όχι μόνον οι οικείοι του, άλλα ακόμη
καί οι συγχωριανοί του. Γι' αυτό υπήρχε μία καλή παράδοση στην Μικρά Ασία,
νά ύπάρχη έστω καί ένας μοναχός από κάθε συγγένεια, για νά πρεσβεύη γιά
όλους. Στά Φάρασα, όταν γινόταν κανείς μοναχός, πανηγύριζε όλο το χωριό.
«Θά βοηθήση, έλεγαν, καί το χωριό ακόμη».
Ό μοναχός βέβαια δεν λέει ποτέ «νά σώσω τον κόσμο», άλλα προσεύχεται
γιά τήν σωτηρία όλου τοϋ κόσμου, παράλληλα μέ τήν δική του. Καί όταν ό
Καλός Θεός άκούση τήν προσευχή του καί βοηθήση τον κόσμο, πάλι ό μοναχός
δεν λέει «εγώ έσωσα τον κόσμο», άλλα «ό Θεός έσωσε τον κόσμο». Ό μοναχός
πρέπει νά φθάση σε τέτοια κατάσταση πού νά πή: «Θεέ μου, μή μέ κοιτάς, μή μέ
έλεής εμένα, άλλα τον κόσμο». Όχι γιατί δεν έχει ανάγκη ό ϊδιος τοϋ ελέους τοϋ
Θεοϋ, άλλα γιατί έχει πολλή αγάπη γιά τον κόσμο.
- Γέροντα, μέχρι ποιο σημείο πρέπει ένας μοναχός νά άφήνη τον εαυτό
του, γιά νά βοηθήση τον κόσμο;
- Μέχρι εκεί πού βλέπει ότι βοηθιούνται οι άνθρωποι. Αν αφήσω τον εαυτό
μου τελείως στά χέρια των κοσμικών, θά γίνω καί έγώ κοσμικός. Όταν ένας
μοναχός, δήθεν γιά νά βοηθήση τους κοσμικούς, κάνη πράγματα πού δέν
ταιριάζουν στον Μοναχισμό, τότε δεν βοηθιούνται οι κοσμικοί. Ένας καλόγερος
μπορεί π.χ. νά κάνη άριστα τον ταξιτζή. Δέν θά παίρνη χρήματα, θά λέη και
πνευματικά στον κόσμο, άλλα αυτό δεν είναι μοναχικό. Βρίσκεις μερικές φορές
μοναχούς νά έχουν κοσμικό πνεύμα και κοσμικούς νά έχουν μοναχικό πνεύμα.
Γι' αυτό ό Χριστός στην άλλη ζωή θά πή: «Βγάλε το σχήμα εσύ και πάρ' το
εσύ...». Ό κοσμικός, όταν έπιθυμήση τήν ζωή τού μοναχού, αγιάζεται· ενώ ό μο-
ναχός, όταν έπιθυμήση τήν κοσμική ζωή, κολάζεται.
- Καταλαβαίνει κανείς αν δεν εχη σωστή τοποθέτηση;
- Και νά μήν καταλαβαίνη, αν είναι κάτι λανθασμένο, δέν θά εχη τήν πλήρη
ειρήνη, τήν ανάπαυση μέσα του. Σέ ό,τι δέν ταιριάζει στον Μοναχισμό, δέν θά
βρή ανάπαυση και ή ψυχή του. Και από τήν στιγμή πού δέν νιώθει ανάπαυση
ή ψυχή του, πρέπει νά ψάξη νά βρή τί φταίει.
Πήγε ένας γνωστός μου σέ ένα μοναστήρι και μετά μοϋ είπε: «Έκεϊ
βιοτεχνία είναι· ή δέ ηγουμένη καλή είναι, γιά νά πάη στο Μοναστηράκι205, στην
Αθήνα, καί νά πουλάη κουμπιά· γι' αυτήν τήν δουλειά είναι ο,τι πρέπει!».
Δηλαδή τό μοναστήρι είναι βιοτεχνία· μετά γίνεται μονάδα, μετά σούπερ-
μάρκετ καί μετά Μάκρο! Οι καημένοι οι κοσμικοί θέλουν από εμάς τους
μοναχούς κάτι τό ανώτερο καί, γιά νά πετύχουμε τό ανώτερο, πρέπει νά
αποφύγουμε κάθε ανθρώπινη παρηγοριά.
Ό σκοπός τών μονών είναι πνευματικός καί δέν πρέπει νά ύπάρχη τό
κοσμικό στοιχείο αλλά τό ουράνιο, γιά νά πλημμυρίζουν οι ψυχές άπό
παραδεισένιες γλυκύτητες. Στά κοσμικά δέν μπορούμε νά συναγωνισθούμε τους
κοσμικούς, διότι, όσο νάναι, οι κοσμικοί έχουν περισσότερα μέσα. Ένα
μοναστήρι, όταν ζή πνευματικά, ξέρετε πώς προβληματίζει τον κόσμο; Όταν
ύπάρχη ευλάβεια, φόβος Θεού, καί δέν ύπάρχη ούτε κοσμική λογική ούτε
εμπορικό πνεύμα, αυτό είναι πού συγκινεί τους λαϊκούς. Άλλα δυστυχώς τό
εμπορικό πνεύμα μπαίνει σιγά σιγά στο μεδούλι τοϋ Μοναχισμού. Είχε έρθει
ένας καλόγερος στό Καλύβι και έπλεκα κομποσχοίνι. «Έσύ, μοϋ λέει, τά
κομποσχοίνια τά δίνεις ευλογία. Έγώ αυτό το τριαντατριάρι κομποσχοίνι
μπορώ νά το πουλήσω και πεντακόσιες δραχμές. Και δεν το φτιάχνω όπως έσύ.
Έγώ μόλις τελειώσω τους κόμπους, το κόβω και το ράβω λίγο, γιά νά μη χάσω το
νήμα. Χρησιμοποιώ και την κλωστή πού κόβω άπό τον σταυρό, τήν ενώνω, δέν
βάζω και χάνδρες και κερδίζω πιο πολλά». «Βρέ, δέν ντρέπεσαι, τού λέω. Δέν
καταλαβαίνεις ότι έχεις εμπορικό πνεύμα; Άπό το 1950 είμαι καλόγερος και
πρώτη φορά είδα τέτοια αντιμετώπιση!».
- Γέροντα, λίγοι άνθρωποι υπάρχουν πού είναι ώριμοι πνευματικά, γιά νά
μπορούν νά βοηθήσουν τον κόσμο!
- Ναί, δυστυχώς λίγοι υπάρχουν! Τί νά κάνη και ό κόσμος μετά; Ξέρεις πόσο
παρακαλώ νά παρουσίαση ό Θεός ανθρώπους σωστούς, πού νά μπορούν νά
βοηθούν τον κόσμο; Οί καημένοι οί άνθρωποι άρκεϊ λίγο νά τους πονάς και νά
μήν τους εκμεταλλεύεσαι· τίποτε άλλο δέν θέλουν. Στον κόσμο βρίσκονται σέ
συνεχή πόλεμο καί νιώθουν ανασφάλεια. Όταν πηγαίνουν σέ ένα μοναστήρι
πού ζή σωστά, βοηθιούνται, γιατί νιώθουν ασφάλεια καί αυτό τους δίνει
κουράγιο, γιά νά συνεχίσουν τον αγώνα τους.
Αυτά τά δύσκολα χρόνια οί άνθρωποι δέν έχουν τόσο ανάγκη άπό υλική
τροφή, όσο άπό πνευματική. Δέν έχει ανάγκη δηλαδή ό κόσμος άπό ψωμί - αν
καί αυτό δυστυχώς σέ λίγο δέν θά ύπάρχη δυνατότητα νά το προσφέρουν -
άλλα άπό πνευματική βοήθεια. Νά κοιτάξουμε νά βοηθήσουμε μέ τήν προσευχή
όλο τον κόσμο. Νά βοηθήσουμε μιά οικογένεια λ.χ. νά μή διαλυθή, μιά μάνα νά
μεγαλώση σωστά τά καημένα τά παιδιά της. Νά συγκρατήσουμε λίγο αυτούς
πού έχουν ευλάβεια.

Κατάσταση πνευματική, οχυρό πνευματικό


Σήμερα είναι καιρός νά ετοιμασθούν οι ψυχές, γιατί, άν συμβή κάτι, δέν
ξέρω τί θά γίνη. Εϊθε νά μην έπιτρέψη ό Θεός νά έρθουν δύσκολες μέρες, αλλά άν
έρθουν, μέ έναν μικρό σεισμό, μέ ένα τράνταγμα, θά σωριάσουν ολόκληρες
αδελφότητες, ολόκληρα μοναστήρια, γιατί ό καθένας θά πάη νά σώση τόν
εαυτό του και θά τραβήξη τήν πορεία του.
Χρειάζεται πολλή προσοχή, γιά νά μη μας εγκατάλειψη ό Θεός. Οί ψυχές
νά έχουν κάτι πνευματικό. Αυτό σας τιμάει. Θά γίνη μεγάλο τράνταγμα. Τόσα
σας λέω, τόσο σκληρά έχω μιλήσει! Έμενα κάτι νά μοΰ έλεγαν, θά
προβληματιζόμουν, θά σκεφτόμουν γιατί μού το είπαν, τί ήθελαν. Γιά νά μήν πω
βράδυα, ένα βράδυ δέν θά κοιμόμουν. Άν δέν έβλεπα τά δύσκολα χρόνια πού
έρχονται, δέν θά ανησυχούσα τόσο. Άλλα αυτό πού βλέπω είναι ότι αργότερα
θά δυσκολευθήτε πολύ. Δέν μέ καταλαβαίνετε. Τότε θά μέ καταλάβετε.
- Άν βρεθή, Γέροντα, μόνος του κανείς σέ δύσκολα χρόνια, τί θά κάνη;
- Αρχισε τώρα νά κάνης πρώτα υπακοή, νά απόκτησης διάκριση, και τότε θά
δούμε. Γι’ αυτό είπαμε νά κόψουμε τά κουσούρια πρώτα. Άν έχη κανείς
κουσούρια, δέν θά τά βγάλη πέρα. Άν τώρα γκρινιάζη γιά όλα και νομίζη ότι
αυτός είναι λεβεντόπαιδο και όλοι οί άλλοι εϊναι χάλια, τότε... Κοιτάξτε νά
διορθωθήτε, γιά νά δικαιούσθε τήν θεία βοήθεια. Νά στηριχθήτε ακόμη πε-
ρισσότερο στον Θεό. Θά έχουμε πιό δύσκολα χρόνια. Ακόμη είναι άγουρα τά...
φρούτα· δέν ωρίμασαν. Όταν έσεϊς θά είστε ώριμες πνευματικά, ξέρετε τί θά
είστε; Όχυρό. Όχι μόνο γιά έδώ, αλλά θά μπορήτε νά βοηθάτε και πιό πέρα.
Γιατί, διαφορετικά, θά έχετε και έσεΐς άνάγκη από ανθρώπινη βοήθεια και
προστασία. Και ξέρετε τί κακό είναι ένα μοναστήρι, με ένα σωρό αδελφές, νά
έχη ανάγκη από λαϊκούς;
Σήμερα ό μοναχός πρέπει νά ζήση πνευματικά, γιά νά είναι έτοιμος νά
ξεπεράση μιά δυσκολία. Νά έτοιμασθή, γιά νά μην τον στενοχωρήση ή στέρηση,
γιατί μετά μπορεί νά φθάση στην άρνηση. Θά έρθη εποχή πού θά ξεραθούν τά
ποτάμια, όλοι θά διψάσουν, όλοι θά υποφέρουν. Γιά μας τους μοναχούς δεν είναι
τόσο φοβερό· εμείς και νά διψάσουμε, πρέπει νά διψάσουμε, γιατί έμεϊς ξε-
κινήσαμε γιά κακουχία. «Ο,τι δέν έκανα εκουσίως ως καλόγερος, θά πώ, το
κάνω τώρα ακουσίως, γιά νά καταλάβω τί θά πή καλόγερος. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ
μου». Αλλά ό καημένος ό κόσμος! Όταν φθάνουν οι άνθρωποι στο σημείο νά
εφευρίσκουν βόμβες πού νά σκοτώνωνται οι άνθρωποι και νά μήν
καταστρέφωνται τά κτίρια, τί νά πώ; Όταν είπε ό Χριστός «μιά ψυχή αξίζει όσο
ό κόσμος όλος»
, και αυτοί έχουν τά κτίρια πιο πολύ από όλο τον κόσμο, αυτό
είναι φοβερό!
- Γέροντα, νιώθω αγωνία, φόβο, γιά ό,τι μας περιμένει.
- Αυτός ό φόβος μας βοηθάει νά γαντζωθούμε στον Χριστό. Όχι ότι πρέπει νά
χαίρεται κανείς γι' αυτήν την κατάσταση πού περιμένουμε, άλλα νά χαίρεται, γιατί
θά άγωνισθή γιά τον Χριστό. Δηλαδή δέν θά περάσουμε μιά κατοχή ενός Χίτλερ ή
ενός Μουσολίνι, άλλα θά δώσουμε εξετάσεις γιά τον Χριστό. Δέν είναι ότι θά
έχουμε εμείς πολυβόλα, ατομικές βόμβες ανώτερες, και θά νικήσουμε. Τώρα ό
αγώνας θά είναι πνευματικός. Θά παλέψουμε μέ τον ίδιο τον διάβολο. Ό διάβολος
όμως δέν έχει καμμιά εξουσία, αν δέν τοϋ δώσουμε εμείς εξουσία. Τί νά
φοβηθούμε; Αν ήταν Χίτλερ ή Μουσολίνι, ήταν άλλο. Νά μήν ύπάρχη φόβος. Νά
χαιρώμαστε πού ή μάχη είναι πνευματική.
Έάν ζήτε μοναχικά, πατερικά, και προσέχετε, θά δικαιούσθε την θεία
επέμβαση σε κάθε επίθεση τοϋ έχθροϋ. Άν υπάρχουν άνθρωποι προσευχής,
ταπεινοί, πού έχουν πόνο και αγάπη, είναι κεφάλαια πνευματικά, είναι «βάσεις»
πνευματικές. Δυό-τρεϊς ψυχές νά υπάρχουν σε ένα μοναστήρι πού νά
σκέφτωνται τον πόνο των άλλων και νά προσεύχωνται, είναι πνευματικό
οχυρό. Καθηλώνουν τά πάντα.

Προσευχή, όρθή ζωή, παράδειγμα


- Γέροντα, ποια είναι ή σωστή θέση πού πρέπει νά πάρη ό μοναχός στην
σημερινή δύσκολη κατάσταση;
- Κατ' αρχάς, προσευχή, ορθή ζωή, παράδειγμα, και όταν χρειασθή και όπου
χρειασθή, νά μιλήση.
- Δηλαδή, πρέπει ό μοναχός νά μιλήση, όταν δοθή αφορμή;
- Μά, φυσικά! Άν δέν μιλήση ό μοναχός, ποιος θά μιλήση; Ό μοναχός δέν έχει τί
νά φοβηθη. Οι άλλοι φοβούνται, μήπως τους πετάξουν από τις θέσεις τους. Έμέϊς
οι αφιερωμένοι στον Θεό, άν δέν τραβήξουμε μπροστά, ποιος θά τραβήξη;
Ό λογισμός μοϋ λέει πώς δέν θά άφήση ό Θεός· δέν θά άφήση! Θά
ξεκαθαρίση αυτή ή κατάσταση. Τώρα είναι σάν νά ύπάρχη ένα μεγάλο δίχτυ πού
έχει κλείσει μέσα τά ψάρια και είναι σάπιο. Πάει μιά άπό έδω-μιά από έκει καί
θά σπάση στο τέλος. Και δέν θά σπάση, γιατί τά ψάρια είναι μεγάλα, άλλα γιατί
έχει σαπίσει το δίχτυ.
- Γέροντα, τά ψάρια είναι οι Χριστιανοί;
- Ναί, οι Χριστιανοί, καί οι άλλοι είναι τά χέλια, τά φίδια. Αλλά καί έμεΐς θά
δώσουμε λόγο στον Θεό γι' αυτήν τήν κατάσταση. Έγώ τώρα τά λέω έξω άπό τά
δόντια· δέν κρατιέμαι άλλο!
- Δηλαδή, Γέροντα, τί πρέπει να κάνουμε;
- Πρώτα να κάνουμε δουλειά στον εαυτό μας. Γιατί ως μοναχός σκοπό έχω
νά διαλύσω το ανθρώπινο δικό μου πνεύμα, νά φτιάξω πρώτα τον εαυτό μου,
γιά νά γίνω άνθρωπος πνευματικός, γιατί αλλιώς δέν έχει νόημα ή ζωή μου ώς
μοναχού. Υστερα νά μιλήσουμε με τρόπο, όταν χρειάζεται, και ό Θεός θά
βοηθήση νά φέρουμε θετικά αποτελέσματα.
- Γέροντα, μερικοί όμως λένε καλύτερα σιωπή και προσευχή.
- Δέν μπορείς νά άδιαφορήσης, Όταν όλα καίγωνται γύρω σου. Πρέπει νά
σβήσης την φωτιά. Ό πόνος δέν σ' αφήνει νά σιωπήσης. Βέβαια, το κυριώτερο
είναι νά προσπαθή κανείς νά ζή πνευματικά, όσο μπορεί. Και αν χρειασθή νά
πάρη σε ένα σοβαρό ζήτημα κάποια θέση, θά πάρη την θέση πού θά έπιτρέψη ό
Θεός.
Νά ζήτε ταπεινά, απλά, πνευματικά, ώστε σε μιά δύσκολη στιγμή νά μήν
άναγκασθήτε νά κάνετε συμβιβασμούς. Υστερα νά κοιτάξετε νά ερχωνται γιά
μοναχές νέες πού νά έχουν προϋποθέσεις γιά τον Μοναχισμό, γιά νά μπορούν
νά γίνουν σωστές μοναχές. Όταν γίνη κανείς καλός μοναχός, ξέρει μετά μέχρι
πού χρειάζεται νά άσχοληθή με ένα θέμα· τί πρέπει νά κάνη και τί δέν πρέπει,
πώς νά ένεργήση. Αν δέν γίνη σωστός μοναχός, όλα στραβά πάνε. Τό
καταλάβατε; Αν γίνετε σωστές μοναχές, θά ένεργήτε με σύνεση. Αν δέν γίνετε σω-
στές μοναχές, αν μιά τήν στείλης κάπου, θά πρέπη νά της πής «νά πής αυτό
μέχρι έκεϊ, εκείνο μέχρι εκεί», γιατί αλλιώς μπορεί νά πή ανοησίες. 'Αλλά αυτό
είναι κατάσταση υπανάπτυκτη. Πού νά τά βγάλης πέρα μετά;
Γι' αυτό όσες έχουν προϋποθέσεις γιά τον Μοναχισμό, νά δουλευτούν, γιά
νά γίνουν σωστές μοναχές και νά ξέρουν μέχρι πού πρέπει νά πουν, τί πρέπει
νά πουν νά ξέρουν τί πρέπει νά κάνουν σέ μιά δύσκολη στιγμή. Και θά κινούνται
μέσα στην υπακοή, γιατί θά σύμφωνη τό δικό τους πνεύμα με το πνεύμα της
Γερόντισσας. Σέ μιά ανάγκη, ένα νεϋμα νά τις κάνη ή Γερόντισσα, θά
καταλαβαίνουν, γιατί θά έργάζωνται στην ίδια συχνότητα. Αλλιώς δεν γίνεται
χωριό. Αν δεν μάθετε νά κινήσθε έτσι, μπορεί νά μπή και κάποιος άλλος στην
ίδια συχνότητα, νά λέη άλλα πράγματα, νά μήν τό καταλάβετε και νά κάνη
μεγάλο κακό.

Νά αφήσουμε κληρονομιά


- Γέροντα, πολλοί στηρίζουν τις ελπίδες τους στά μοναστήρια. Νιώθω
βαρειά αυτήν τήν ευθύνη.
- Ναί, το μόνο πού μένει τώρα - όπως λένε πολλοί -είναι νά βγουν μερικοί
Άγιοι σάν τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, νά σκορπίσουν σε διάφορα μέρη καί νά
κηρύξουν, νά διαφωτίσουν τον κόσμο. Τά μοναστήρια είναι τά πνευματικά
κέντρα. Ά ν δέν ήταν τά μοναστήρια να βοηθήσουν τότε με τήν Επανάσταση
του '21, πώς μπορούσε νά γίνη ή Επανάσταση; Και στην Κατοχή πάλι τά
μοναστήρια κράτησαν. Γι' αυτό καί οι συμμορίτες τά κατέστρεψαν. Τά
περισσότερα μοναστήρια δέν τά έκαψαν οι Γερμανοί· οι συμμορίτες τά
κατέστρεψαν. Έλεγαν οι Γερμανοί: «Αν βρούμε πυρομαχικά σε μοναστήρι, θά τό
κάψουμε». Οι συμμορίτες, γιά νά φάνουν αυτοί καλοί καί νά δώσουν τήν
εντύπωση ότι οι Γερμανοί τά έκαψαν, πήγαιναν καί άφηναν στά μοναστήρια
μερικές παλιές δεσμίδες, κανένα σπασμένο ντουφέκι. Ειδοποιούσαν εν τώ μεταξύ
κάτω οι ίδιοι ότι επάνω στο μοναστήρι μένουν συμμορίτες, καί πήγαιναν οί Γερ-
μανοί στο μοναστήρι. Έβρισκαν πράγματι πολεμοφόδια καί έβαζαν φωτιά στο
μοναστήρι. Καί τελικά οί συμμορίτες πολλά μοναστήρια έτσι τά έκαψαν, γιατί
φοβούνταν τά μοναστήρια. «Καί άθεο νά είναι τό καθεστώς, έλεγαν, αν
υπάρχουν τά μοναστήρια, πάλι δέν θά κάνουμε τίποτε, οπότε ας τά κάψουμε».
Καί τά έκαιγαν μέ αυτόν τον τρόπο.
Σήμερα μαγιά άπό τά μοναστήρια θά πάνε νά πάρουν. Αλλά, αν καί τά
μοναστήρια είναι τραλαλά, τί θά πάρουν; Δέν θά βρουν προζύμι. Νά κοιτάξουμε
νά κρατηθή λίγη μαγιά γιά τά δύσκολα χρόνια. Τώρα έρχονται στά μοναστήρια
γιά βοήθεια αυτοί πού πάνε στους μάγους κ.λπ. Αργότερα θά έχουμε
ανθρώπους κουρασμένους άπό τήν αμαρτία. Καί νά τους στέλνης νά πιουν ή νά
αμαρτήσουν, δέν θά πηγαίνουν.
Ό Θεός σ’ αυτά τά δύσκολα χρόνια καλεί στον Μοναχισμό ανθρώπους μέ
ατομικές προσκλήσεις. Αυτή ή γενιά ξεκινάει γιά τον Μοναχισμό μέ τις
καλύτερες προϋποθέσεις, ξεκινάει μέ ιδανικά, καί ό διάβολος όλο αυτό τό υλικό
τό αχρηστεύει. Ή άλλη γενιά δέν θά είναι έτσι. Θά έρχωνται στά μοναστήρια καί
πολλοί πού δέν θά είναι κατάλληλοι γιά τον Μοναχισμό. Θά είναι σέ τέτοια
κατάσταση, πού θά άναγκάζωνται να γίνουν μοναχοί. Θά είναι κουρασμένοι και
πληγωμένοι από τον κόσμο. Ανδρόγυνα θά χωρίζουν, εϊτε με την ευλογία εϊτε
χωρίς την ευλογία της Εκκλησίας, και θά πηγαίνουν στα μοναστήρια. Νέοι πού
βαρέθηκαν την κοσμική ζωή θά πηγαίνουν στά μοναστήρια, άλλοι γιά νά
σώσουν τήν ψυχή τους και άλλοι γιά νά βρουν λίγη ηρεμία. Άλλοι πού θέλουν
νά παντρευτούν, αλλά θά φοβούνται με τί άνθρωπο θά μπλέξουν, θά γίνωνται
μοναχοί. Δηλαδή στά επόμενα χρόνια μπορεί νά έρχωνται καί ψυχοπαθείς ή
άλλοι πού θά διστάζουν νά δημιουργήσουν οικογένεια. «Τί θά βρω; τί θά κάνω;
θά σκέφτωνται. Καλύτερα νά πάω νά γίνω μοναχός». Θά τον παίρνουν δηλαδή
μερικοί σάν χουζούρι τον Μοναχισμό - τί προκοπή θά κάνουν, άλλο θέμα. Δεν
θά έρχωνται μετανοιωμένοι άνθρωποι. Θά είναι οι άνθρωποι σε τέτοια
κατάσταση, πού θά άναγκάζωνται νά γίνουν μοναχοί. Δεν θά είναι αγνά τά
ελατήρια τους. Αυτός είναι ό κίνδυνος. Όταν ένας ξεκινάη γιά τόν Μοναχισμό,
είναι διαφορετικά. Αυτοί θά έχουν ανάγκη από πολλή βοήθεια, γιατί ό διάβολος,
επειδή θά έχουν γευθή τις χαρές τοϋ κόσμου, θά τους πολεμήση σκληρά· ενώ
εμάς δεν μας πολεμάει τόσο. Εμάς κοιτάζει νά μας εμπόδιση άπό τήν πνευματική
εργασία καί νά μάς ρίξη στην άκηδία, ώστε νά μή βρουν πνευματική ζύμη οι
επόμενοι.
Θέλω νά πώ με όλα αυτά ότι εμείς πρέπει νά κάνουμε τώρα προκοπή, γιά
νά μπορέσουμε νά βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Νά τους αφήσουμε
κληρονομιά πατερική. Πνευματικές χαρές έχουμε· ουράνιες δεν έχουμε. Κάνουμε
μιά χειροθεσία, μιά αγρυπνία, ψάλλουμε καί το «Δοϋλοι Κύριον...», κουνάμε καί
τόν πολυέλαιο καί χαιρόμαστε. Αλλά αυτές δέν είναι ουράνιες χαρές· είναι χαρές
σαρκικές της καρδιάς, με τήν καλή έννοια. Ή ουράνια χαρά είναι κάτι το
ανώτερο, πού δεν εκφράζεται. Όταν άρχίση κανείς νά γεύεται λιγάκι τά
ουράνια, σκιρτάει ή καρδιά, παλαβώνει. Πρέπει νά ζήσουμε ουράνιες χαρές, γιά
νά τις μεταδώσουμε στις επόμενες γενιές.

Νά ετοιμασθούμε για την άλλη ζωή


- Γέροντα, ένας νέος εξαφανίσθηκε, άφοϋ άφησε σημείωμα στους γονείς
του ότι θά αύτοκτονήση, γιατί δεν είναι όμορφος καί ότι γι' αυτό φταίνε εκείνοι.
- Δεν έχουν συλλάβει τό βαθύτερο νόημα της ζωής οί άνθρωποι. Δέν
πιστεύουν στην άλλη ζωή. Όλο τό βάσανο από εκεί ξεκινάει. «Είμαι αδικημένος,
σοϋ λέει· οί άλλοι χαίρονται, εγώ δέν χαίρομαι». Δέν είναι ευχαριστημένοι με ό,τι
έχουν, μπαίνει καί ό εγωισμός, καί βασανίζονται. Ό Θεός όλο τον κόσμο τον
αγαπάει. Στον κάθε άνθρωπο έδωσε αυτά πού τον ωφελούν, εϊτε τό μπόι εϊτε την
λεβεντιά εϊτε την ομορφιά κ.λπ., ό,τι θά τον βοηθήση, άν τό αξιοποίηση, νά
σωθή. 'Αλλά ό κόσμος βασανίζεται. «Γιατί εγώ νά είμαι έτσι, ενώ εκείνος έτσι;».
Μά εσύ έχεις αυτά, εκείνος έχει άλλα. Ένας διά Χριστόν σαλός Ρουμάνος πού
άσκητεύει στο Άγιον Όρος είπε σε κάποιον πού είχε τέτοιους λογισμούς: «Ένας
βάτραχος είδε τό βουβάλι καί είπε: "Θέλω νά γίνω καί εγώ βουβάλι". Φούσκωσε,
φούσκωσε ό βάτραχος, καί τελικά έσκασε. Ό Θεός αυτόν τόν έκανε βάτραχο,
εκείνο βουβάλι. Πήγε ό βάτραχος νά γίνη βουβάλι καί έσκασε!». Ό καθένας να
χαίρεται, όπως ό Δημιουργός τον έφτιαξε.
Όταν ό άνθρωπος βοηθηθή να πιστέψη στον Θεό και στην μέλλουσα ζωή,
την αιώνια, - συλλαβή δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής - και μετανοήση,
άλλάξη ζωή, έρχεται αμέσως ή θεία παρηγοριά μέ τήν Χάρη του Θεοϋ, ή οποία
τον αλλοιώνει, διώχνοντας καί όλα τά κληρονομικά του ελαττώματα. Πολλοί
άνθρωποι πού μετανόησαν, αγωνίσθηκαν μέ φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν,
έγιναν και Άγιοι, καί τους προσκυνάμε τώρα μέ ευλάβεια καί ζητάμε καί τις
πρεσβείες τους, ένώ προηγουμένως είχαν πολλά πάθη καί κληρονομικά. Ό
Όσιος Μωυσής ό Αίθίοψ λ.χ., ένώ ήταν ό πιο αιμοβόρος ληστής, μέ κληρονομική
κακία, μόλις πίστεψε στον θεό, μετανόησε, ασκήθηκε, έφυγαν όλα τά πάθη, τόν
επισκέφθηκε ή Χάρις τοϋ Θεού, καί αξιώθηκε νά λάβη καί το προφητικό
χάρισμα. Πέρασε στην ευαισθησία ακόμη καί τόν Μέγα Αρσένιο208, ό όποιος
ήταν από τήν μεγαλύτερη αρχοντική οικογένεια της Ρώμης, μέ κληρονομικές
αρετές καί μέ μεγάλη επιστημονική μόρφωση.
- Γέροντα, δηλαδή ποιο είναι ακριβώς το νόημα αυτής της ζωής;
- Ποιο είναι; Νά ετοιμασθούμε γιά τήν Πατρίδα μας, τόν Ουρανό, τόν
Παράδεισο. Το πάν είναι νά συλλαβή ό άνθρωπος αυτό το βαθύτερο νόημα της
ζωής, πού είναι ή σωτηρία τής ψυχής. Όταν ό άνθρωπος πιστεύη στον Θεό καί
στην μέλλουσα ζωή, τότε καταλαβαίνει ότι αυτή ή ζωή είναι μάταιη καί
ετοιμάζει το διαβατήριο του γιά τήν άλλη ζωή. Ξεχνούμε ότι όλοι θά φύγουμε.
Δέν θα βγάλουμε ρίζες εδώ. Αυτή ή ζωή δεν είναι για να καλοπεράσουμε. Είναι
να δίνουμε εξετάσεις, για να περάσουμε στην άλλη ζωή. Γι' αυτό ό σκοπός μας
πρέπει νά είναι νά ετοιμασθούμε, ώστε νά φύγουμε με αναπαυμένη συνείδηση,
όταν μας καλέση ό Θεός, και νά πετάξουμε κοντά Του. Όταν ό Χριστός ευλόγησε
τους πέντε άρτους καί χόρτασε τόσες χιλιάδες ανθρώπους, ό κόσμος ένα κι ένα
είπε: «Είναι ό,τι πρέπει γιά βασιλιάς!». Έφαγαν τους πέντε άρτους καί τά δυο
ψάρια καί ένθουσιάσθηκαν. Ό Χριστός όμως τους είπε νά μήν ένδιαφέρωνται
γι' αυτήν τήν τροφή, γιατί δεν θά μείνουμε εδώ209. Σ' αυτήν τήν ζωή δοκιμάζεται
ό καθένας, άν ανταποκρίνεται σε όσα ζητάει ό Θεός.
- Γέροντα, τί πρέπει νά εχη κανείς πάντα στον νου του, γιά νά κάνη τό
θέλημα του Θεοΰ;
- Νά εχη τον νου του στον Θεό. Νά σκέφτεται γιατί ήρθαμε σ' αυτήν τήν ζωή.
Έδώ δέν ήρθαμε γιά νά κάνουμε τά πάντα καί νά βολευτούμε. Ήρθαμε γιά νά
ετοιμασθούμε γιά τήν άλλη ζωή. Ό νους μας λοιπόν πρέπει νά είναι διαρκώς
έκει καί σε ό,τι θά μάς βοηθήση νά πάμε έκει. Με τήν φιλότιμη αντιμετώπιση, με
τον ταπεινό καί φιλότιμο αγώνα καταλαβαίνει κανείς τό νόημα της πνευματικής
ζωής. Ή πνευματική ζωή είναι λεβεντιά, γλέντι πνευματικό. Ξέρετε τί θά πή
γλέντι! Νά πιάσετε τό βαθύτερο νόημα τοϋ Μοναχισμού, τήν πνευματική
αρχοντιά, τήν ευαισθησία τήν πατερική. Τό βαθύτερο νόημα της ζωής - όχι τοϋ
Μοναχισμού άλλα της ζωής - έχουν υποχρέωση όλοι οί άνθρωποι νά τό συλ-
λάβουν. Άν τό έκαναν αυτό, δέν θά είχαν καθόλου μικροπρέπειες, γκρίνιες κ.λπ.
Άφοϋ υπάρχει θεία ανταπόδοση, νά κοιτάξουμε πώς θά βγάλουμε κανένα φρά-
γκο γιά 'κεϊ, καί όχι πώς θά έχουμε έδώ τήν άξιοπρέπειά μας και πώς θα
απολαμβάνουμε ανθρώπινες τιμές. Όταν ό άνθρωπος τοποθετή τον εαυτό του
στην πραγματική ζωή, όλα τά χαίρεται. Χαίρεται πού ζή, χαίρεται πού θα
πεθάνη. Όχι γιατί βαρέθηκε τήν ζωή του, άλλα χαίρεται πού θα πεθάνη και θά
πάη κοντά στον Χριστό.
- Χαίρεται, Γέροντα, γιατί δέν αντιδρά σ' αυτό πού ό Θεός επιτρέπει;
- Χαίρεται, γιατί βλέπει ότι αύτη ή ζωή είναι πρόσκαιρη, ενώ ή άλλη αιώνια.
Δέν βαρέθηκε τήν ζωή, άλλα σκέφτεται «τί θά κάνουμε, δέν θά φύγουμε;» και
ετοιμάζεται γιά 'κεΐ, γιατί καταλαβαίνει ότι αυτός είναι ό προορισμός του, το
νόημα της ζωής.
Νά, οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν καλωσύνη, οί καημένες, τρέχουν,
σκοτώνονται γιά τους άλλους. Σπουδάζουν ψυχολογία, άλλα μέ τον τρόπο πού
πηγαίνουν νά βοηθήσουν, σε κάποιες περιπτώσεις σταματούν. Πάει λ.χ. μία νά
παρηγόρηση έναν πού έχει ένα πόδι και αυτός της λέει: «Έσύ μού λές
"καλημέρα" μέ δυό πόδια, άλλα εγώ μέ ένα». Τί νά τοϋ απάντηση; Πώς νά τον
βοηθήση μέ τήν ψυχολογία; Αν δέν βοηθηθή αυτός ό άνθρωπος νά συλλαβή το
βαθύτερο νόημα τής ζωής, δέν μπορεί νά βοηθηθή μέ τίποτε. Νά καταλάβη ότι
γι' αυτήν τήν αναπηρία πού επέτρεψε ό Θεός, αν δέν γογγύζη, θά εχη νά λάβη
στην άλλη ζωή αποταμιευμένο ουράνιο μισθό και νά χαίρεται. Και αν ακόμη οί
άλλοι περπατούσαν μέ τέσσερα πόδια, νά έλεγε: «Σέ ευχαριστώ, Θεέ μου, πού
περπατώ μέ ένα πόδι». Αλλά όσες δέν έχουν τήν πνευματική αντιμετώπιση,
πάνε νά παρηγορήσουν τους άρρωστους και δέν ξέρουν τί νά τους πουν. Πάει
ή κοινωνική λειτουργός νά παρηγόρηση λ.χ. μιά γυναίκα τριάντα πέντε χρονών
μέ καρκίνο, πού έχει και τρία παιδάκια. Τί νά τής πή; Αν δέν βοηθηθή αυτή ή
μητέρα νά συλλαβή τό βαθύτερο νόημα τής ζωής, απελπίζεται, γιατί σκέφτεται
τί θά γίνουν τά παιδιά. Τήν ϊδια απελπισία πού έχει ή μητέρα έχει και ή
κοινωνική λειτουργός, αν δεν έχη καταλάβει κάτι το ανώτερο, το βαθύτερα
πνευματικό. Άν δεν ύπάρχη κατ' αρχάς βαθύτερη τοποθέτηση στον ϊδιο τον
εαυτό της, δέν μπορεί νά βοηθήση σωστά, για νά ερθη ή θεία παρηγοριά στον
άλλον. Έτσι οι καημένες κουράζονται και σωματικά, αλλά και στενοχωρούνται,
γιατί δέν μπορούν νά βοηθήσουν θετικά. Κουράζονται δηλαδή διπλά.

Νά αίσθανθοϋμε τό καλό ώς ανάγκη


Πρέπει ό άνθρωπος νά αίσθανθή το καλό ώς ανάγκη, γιατί διαφορετικά θά
είναι βασανισμένος. Και δέν είναι νά πή κανείς ότι μερικοί δέν μπορούν νά
καταλάβουν το καλό ώς ανάγκη. Έγώ δέν μπορώ νά τό δικαιολογήσω αυτό.
Ακόμη και ένα μικρό παιδάκι πέντε χρονών μπορεί νά αίσθανθή τό καλό ώς
ανάγκη. Άς πούμε ότι ένα παιδάκι έχει πυρετό. Φέρνουν οι γονείς τον γιατρό
και εκείνος τους λέει «κρατήστε τό παιδί γερά» και τάκ-τάκ τού κάνει τήν
ένεση. Μετά τό παιδί, μόλις ξαναδή τον γιατρό, βάζει τά κλάματα και φεύγει.
Άν όμως εξ αρχής τού πουν «κοίταξε, είσαι άρρωστο, έχεις πυρετό και δέν θά
μπορής ούτε στο σχολείο νά πάς ούτε νά παίξης, ενώ τά άλλα παιδιά παίζουν,
άν όμως άφήσης τον γιατρό λίγο νά σε τσιμπήση, θά πέση ό πυρετός και μετά
θά μπορής κι εσύ νά πάς νά παίξης», τό παιδάκι αμέσως θά κλείση τά ματάκια
του και θά τεντώση μόνο του τό χεράκι. Θέλω νά πώ ότι, άν τό παιδάκι μπορή
νά αίσθανθή τό καλό ώς ανάγκη, πόσο μάλλον ό μεγάλος.
Άπό τήν στιγμή πού ό άνθρωπος καταλάβη τό σωστό, τελείωσε. Νά πούμε
ότι σας λέω: «Θά σάς πετάξω κάτω άπό τό παράθυρο». Καταλαβαίνετε τί θά πή
αυτό. Και ένας λειψός στο μυαλό καταλαβαίνει ότι, άν πέση ψηλά από το
παράθυρο, θα σπάση τά πόδια του. Καταλαβαίνει ποιος είναι ό γκρεμός και
ποιο το ϊσωμα· ποιο είναι το καλό καί ποιο τό άσχημο. Ένας μεγάλος πού έχει
διαβάσει Πατερικά, Ευαγγέλιο, ξέρει ποιο είναι τό σωστό. Από 'κεϊ καί πέρα θέλει
τό κουμπί γύρισμα. Αλλά πολλές φορές λές σέ μερικές ψυχές «γιατί τό κάνεις αυτό;
δεν καταλαβαίνεις ότι δέν είναι σωστό;», καί αρχίζουν: «Νά, δυστυχώς έγώ έτσι
είμαι, γιατί νά είμαι έτσι, έτσι ήμουν καί πρώτα». «Άσε τί ήσουν πρώτα. Τώρα πού
σοϋ τό λέω, τί κάνεις, γιά νά διορθωθής;». Άλλο αν δέν τις κόβη. 'Αλλά μόνον τό
μωρό παιδάκι θά πιάση τό κάρβουνο αντί γιά καραμέλλα, γιατί δέν τοϋ κόβει.
- Γέροντα, πώς ή μητέρα σας πού ήταν τόσο ευαίσθητη καί σας αγαπούσε,
σας έδωσε άπό τά πρώτα παιδικά χρόνια αυστηρή αγωγή;
- Άπό μικρός μπορεί ό άνθρωπος νά βοηθηθή, γιά νά συλλαβή τό βαθύτερο
νόημα τής ζωής καί νά χαίρεται σωστά. Όταν ήμουν μικρός, τά περνούσα τά
παιδιά στο τρέξιμο. Εκείνα δέν μέ άφηναν νά τρέξω, με έδιωχναν.
«Γίροσφυγόπουλο» μέ έλεγαν. Πήγαινα μετά στην μάνα μου μέ κλάματα. «Τί έχεις
καί κλαις;», μού έλεγε εκείνη. «Δέν μ' αφήνουν τά παιδιά νά τρέξω», τής έλεγα.
«Θέλεις νά τρέξης; Νά αυλή, τρέξε. Γιατί θέλεις νά τρέχης εκεί, γιά νά σέ βλέπουν
οι άλλοι καί νά σοϋ λένε μπράβο; Αυτό έχει υπερηφάνεια». Άλλη φορά ήθελα νά
παίξω μέ τό τόπι καί δέν μέ άφηναν τά παιδιά. Πήγαινα πάλι στην μάνα μου
κλαίγοντας. «Τί έγινε, γιατί κλαις πάλι;», μέ ρωτούσε. «Δέν μ' αφήνουν τά παιδιά
νά παίξω μέ τό τόπι!», τής έλεγα. «Αυλή μεγάλη έχουμε, τόπι έχεις, παίξε έδώ. Τί
θέλεις νά σέ βλέπουν οι άλλοι, γιά νά σέ καμαρώνουν; Αυτό έχει υπερηφάνεια».
Τότε σκέφθηκα: «Δίκαιο έχει ή μητέρα». Έτσι σιγά-σιγά δέν ήθελα ούτε νά τρέχω
ούτε νά παίζω τό τόπι μπροστά στον κόσμο, γιατί κατάλαβα ότι αυτό είχε μέσα
υπερηφάνεια καί έλεγα: «Πράγματι, τί χαμένα πράγματα! Δίκαιο έχει». Ύστερα
τόσο πολύ δεν μέ πείραζε, πού, Όταν έβλεπα τα άλλα παιδιά νά τρέχουν, νά
χτυπούν τό τόπι και νά καμαρώνουν, γελούσα και έλεγα «τί κάνουν;», και ήμουν
μικρό παιδί· τρίτη Δημοτικού πήγαινα. Μετά ζούσα μιά φυσιολογική ζωή. Έτσι
τώρα, αν μού πουν «τί προτιμάς, νά άνεβής Αύγουστο μήνα ξυπόλυτος στον
Άθωνα μέσα στά πουρναρόφυλλα ή νά πάς σε μιά τελετή πού θά σού φορέσουν
μανδύα κ.λπ.;», θά πω ότι προτιμώ νά πάω ξυπόλυτος στον Άθωνα. Όχι από
ταπείνωση, άλλα γιατί αυτό μέ αναπαύει.
Οι άνθρωποι πού έχουν υπερηφάνεια δεν βοηθήθηκαν μικροί από τό
σπίτι. Τό κοσμικό φρόνημα βασανίζει τον άνθρωπο. Καί αν δεν προσεχθή αυτό
και οι γονείς δεν βοηθήσουν τά παιδιά, όταν είναι μικρά, γίνεται μετά
κατάσταση αυτό. Άλλο είναι ένα παιδί νά τό έπαινέσης λίγο, γιά νά μήν
άπογοητευθή, καί άλλο νά τοϋ φουσκώνης τόν εγωισμό. Π.χ. είπε ένα ποίημα
καί δέν τό είπε καλά καί απογοητεύεται. Τότε θά τού πή ή μάνα: «Έ, καλά τό
είπες». Αν τό πή όμως καλά τό ποίημα καί άρχίση ή μάνα μπροστά στους
άλλους «μπράβο, εσύ τό είπες άπό όλα τά παιδιά καλύτερα! τό δικό μου παιδί
είναι τό καλύτερο!», εκείνο είναι κακό. Καί έτσι οι γονείς καλλιεργούν πολλές
φορές στά παιδιά τήν υπερηφάνεια. Ή κάνει λ.χ. τό παιδί μιά αταξία στο
σχολείο καί ό δάσκαλος τό μαλώνει. Πάει μετά τό παιδί στο σπίτι καί λέει στους
γονείς του: «Ό δάσκαλος μέ μάλωσε άδικα». Όταν ό πατέρας ή ή μάνα
ύποστηρίζη τό παιδί καί λέη μάλιστα μπροστά του «θά τού δείξω εγώ, τό παιδί
τό δικό μου είναι...», μετά εκείνο θεωρεί καλό αυτό πού έκανε, καί τελικά
βασανίζεται άπό χαμένα πράγματα. Όλη ή βάση είναι νά καταλάβη τό παιδί
μερικά πράγματα άπό τό σπίτι του. Αν ό άνθρωπος άπό μικρός συλλαβή τό
βαθύτερο νόημα της ζωής, ύστερα πάνε όλα κανονικά. Αλλιώς ευχαριστιέται μέ
τά γήινα, μέ τους έπαίνους των ανθρώπων - πού στην πραγματικότητα δέν
αναπαύουν - και παραμένει γήινος άνθρωπος.

Νά βοηθούμε τον κόσμο στην μετάνοια


- Γέροντα, τί μπορεί να βοηθήση σήμερα περισσότερο τον κόσμο;
- Σήμερα, αν διδασκόταν ή μετάνοια στον κόσμο, μόνον αυτή θά μπορούσε νά
βοηθήση. Νά διαβάζουμε, όσο μπορούμε, βίους Αγίων πού τονίζουν τήν
μετάνοια, γιά νά βοηθηθούμε. Το νά ζητούμε μετάνοια άπό τον Θεό σημαίνει ότι
ζητούμε φωτισμό. Όταν ζητούμε μετάνοια και μετανοήσουμε περισσότερο,
φυσικά θά ταπεινωθούμε περισσότερο καί υποχρεωτικά τότε θά ερθη
περισσότερο ή θεία Χάρις, δ θειος φωτισμός. Όταν βρίσκεται ο άνθρωπος εν
μετάνοια, διατηρεί τήν Χάρη τοΰ Θεού. Πάντως δ κόσμος είναι καλός. Βλέπεις, οι
περισσότεροι ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται, έχουν άγνοια μεγάλη,
καί άπό το άλλο μέρος έρχονται καί μού ζητούν βοήθεια. Αυτό κάτι έχει μέσα.
- Μήπως οι δοκιμασίες, Γέροντα, γίνονται αφορμή νά πλησιάσουν οί
άνθρωποι στον Θεό;
- Όσοι έχουν καλή διάθεση βοηθιούνται άπό τις δοκιμασίες· όσοι δέν έχουν,
τά βάζουν μέ τον Θεό, βρίζουν κ.λπ. Το κακό είναι ότι δέν λένε «ήμαρτον», άλλα
βασανίζονται. Μεγάλη εξουσία έχει ο διάβολος στον κόσμο. Τού δώσαμε πολλά
δικαιώματα. Πώς έγινε δ σημερινός άνθρωπος! Το κακό είναι ότι εμποδίζει τήν
θεία επέμβαση, γιατί δέν έχει μετάνοια. Ά ν υπήρχε μετάνοια, τά πράγματα θά
είχαν τακτοποιηθή. Μπόρες, μπόρες θά περνούμε! Ό Θεός νά βάλη το χέρι Του!
Νά ζητούμε μετάνοια γιά όλον τον κόσμο καί γιά όσους έν ψυχρώ κάνουν κακό
στην Εκκλησία καί δέν έχουν σκοπό νά διορθωθούν, να τους δίνη ό Θεός
μετάνοια και έπειτα να τους παίρνη.
Νά βοηθούμε, όσο μπορούμε, τον κόσμο στην μετάνοια, γιά νά δεχθούμε
τις ευλογίες του Θεοϋ. Μετάνοια και εξομολόγηση, αυτό χρειάζεται σήμερα. Έγώ
συνέχεια συνιστώ μετάνοια καί εξομολόγηση, γιά νά χάση τά δικαιώματα ό
διάβολος, νά κοποϋν οι εξωτερικές δαιμονικές επιδράσεις. Θέλουν τράνταγμα οί
άνθρωποι, νά καταλάβουν, νά μετανοήσουν. Π.χ. κάποιος εξομολογείται ότι
έκανε μοιχεία. Του δίνει ό Πνευματικός άφεση, του δίνει καί έναν κανόνα καί δέν
προχωράει περισσότερο. Πρέπει ό Πνευματικός νά τον βοηθήση νά καταλάβη
ότι τό κακό δέν ήταν μόνον ή μοιχεία· ότι μέ αυτό πού έκανε, έκανε εγκλήματα,
διέλυσε δύο οικογένειες. Αλλά μερικοί Πνευματικοί ούτε καν ερευνούν παραπέρα
ούτε προβληματίζουν τους ανθρώπους.
- Γέροντα, υπάρχουν άνθρωποι πού είναι καλοί, όμως δέν εκκλησιάζονται
συχνά, δέν έχουν τακτική μυστηριακή ζωή.
- Μπορεί καμμιά φορά κάποιος νά μην εκκλησιάζεται συχνά, άλλα νά ύπάρχη
μέσα του ευλάβεια, καλωσύνη, καί έτσι βρίσκει τόπο καί κατοικεί ό Θεός. Αυτοί οί
άνθρωποι, αν είχαν καί μυστηριακή ζωή, θά προχωρούσαν πολύ στην
πνευματική ζωή. Καί βλέπεις, υπάρχουν άλλοι πού εκκλησιάζονται,
εξομολογούνται, κοινωνούν, τά κάνουν δλα, καί όμως ό Θεός δέν βρίσκει τόπο
νά κατοίκηση μέσα τους, γιατί δέν υπάρχει ταπείνωση, καλωσύνη, μετάνοια
πραγματική. Δέν άρκεϊ μόνον ή εξομολόγηση στον Πνευματικό, γιά νά
τακτοποιηθή κανείς· χρειάζεται καί μετάνοια. Καί κάθε προσευχή πού κάνει
κανείς πρέπει νά άρχίζη μέ εξομολόγηση στον Θεό. Όχι όμως νά κλαίη καί νά
λέη «είμαι τέτοιος, τέτοιος, τέτοιος», καί μετά νά κάνη πάλι τά ϊδια. Αυτό δέν
είναι συναίσθηση. Όταν ύπάρχη συναίσθηση, υπάρχει καί λίγη βελτίωση.
Είδατε οί Ισραηλίτες μέ τί απλότητα προσευχήθηκαν; «Έξεγέρθητι, ίνατί
ύπνοϊς, Κύριε;», είπαν. Δηλαδή, «ξύπνα, Κύριε, γιατί κοιμάσαι;». Και ύστερα ό
Κύριος «έξηγέρθη ώς δυνατός, κεκραιπαληκώς εξ οίνου και έπάταξε...» Μέ τί
απλότητα και τί ταπείνωση, άλλα καί μέ τί παρρησία είπαν: «Τί θά πούμε τώρα,
Κύριε, στα έθνη; Μάς έσωσες από τήν Ερυθρά Θάλασσα καί τώρα νά
πεθάνουμε στην έρημο ή νά μάς σφάξουν οί αλλόφυλοι; Νά μή γίνουμε
ρεζίλι»
. Μήν πούμε καί εμείς καμμιά κουβέντα, «γιατί κοιμάσαι, Θεέ, καί δέν
βλέπεις;», γιατί θά μάς δώση σκαμπίλι εμάς. Είναι αναίδεια. Εκείνοι μέ ταπείνωση
καί απλότητα το είπαν. Δέν έδιναν ευθύνες στον Θεό, νά πουν «γιατί τά έκανες
έτσι;», άλλα έλεγαν «εμάς μάς χρειάζονταν πολύ μεγαλύτερα κακά, άλλα τώρα τί
θά πούμε στά έθνη;». Καί είδατε; Ένα καί ένα έκαμψαν τόν Θεό. Καταλάβατε;
Υπήρχε αναγνώριση τοϋ σφάλματος, μετάνοια, καί επενέβη ό Θεός καί
«έπάταξε...». Αν βρεθούμε καί εμείς σέ δυσκολία καί δέν τήν αντιμετωπίσουμε
πνευματικά, τότε θά πουν οί κοσμικοί γιά μάς: «Πού είναι ή προσευχή σας; Λέτε
ότι προσεύχεσθε, άλλα τί κάνετε;». Γινόμαστε ρεζίλι.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Ό εξαγνισμός της καρδιάς.


- Γέροντα, ό Χριστός χωράει σέ όλες τις καρδιές;
-Ό Χριστός χωράει, οί άνθρωποι δέν Τον χωράνε,  γιατί δέν προσπαθούν νά διορθωθούν.
Γιά  νά  χωρέση  ό  Χριστός  μέσα  μας,  πρέπει  νά  καθαρίση  ή  καρδιά.  ­Καρδίαν  καθαράν
κτίσον εν έμοί, ό Θεός....
- Γέροντα, γιατί τά άγρια ζώα δέν πειράζουν τους Αγίους;
- Άφοϋ  ημερεύουν  οί  άνθρωποι,  ημερεύουν  και  τά  άγρια  ζώα  και  αναγνωρίζουν  ότι  ό
άνθρωπος είναι αφεντικό τους. Στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, τά άγρια θηρία έγλειφαν
τους  Πρωτοπλάστους  μέ  ευλάβεια,  αλλά  μετά  την  πτώση  πήγαιναν  νά  τους  ξεσκίσουν.  Όταν  ένας άνθρωπος  επανέρχεται  στην  προπτωτικη  κατάσταση,  τά  ζώα  τον  αναγνωρίζουν  πάλι  γιά
αφεντικό. Σήμερα όμως βλέπεις ανθρώπους πού είναι χειρότεροι από τά άγρια θηρία, χει-
ρότεροι άπό τά φίδια. Εκμεταλλεύονται απροστάτευτα παιδιά, τους παίρνουν τά χρήματα
καί, όταν έρχωνται σέ δύσκολη θέση, τά ενοχοποιούν, καλοΰν τήν αστυνομία, τά πηγαίνουν και
στό  ψυχιατρείο.  Γι' αυτό  τόν  147ο Ψαλμό πού διάβαζε ό Άγιος Αρσένιος ό Καππαδόκης, για νά
ημερέψουν τα άγρια ζώα και νά μήν κάνουν κακό στους ανθρώπους, τον διαβάζω, για νά ημερέψουν
οι άνθρωποι και νά μήν κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους και στά ζώα.
- Πώς επανέρχεται, Γέροντα, ό άνθρωπος στην προ-πτωτική κατάσταση;
- Πρέπει νά έξαγνισθή ή καρδιά. Νά απόκτηση τήν ψυχική αγνότητα, δηλαδή ειλικρίνεια,
τιμιότητα,  άνιδιοτέλεια,  ταπείνωση,  καλωσύνη,  ανεξικακία,  θυσία.  Έτσι  συγγενεύει  ό
άνθρωπος με τον Θεό καί αναπαύεται μέσα του ή θεία Χάρις. Όταν κάποιος εχη τήν σωματική
αγνότητα,  άλλα  δεν  εχη  τήν  ψυχική  αγνότητα,  δεν  αναπαύεται  ό  Θεός  σ'  αυτόν,  γιατί
υπάρχει μέσα του  πονηρία, υπερηφάνεια, κακία  κ.λπ.  Τότε  ή  ζωή  του  είναι  μιά κοροϊδία.
Άπό  'δώ  νά  ξεκινήσετε  τον  αγώνα  σας:  Νά  προσπαθήσετε  νά  αποκτήσετε  τήν  ψυχική
αγνότητα.
- Γέροντα, μιά κακή συνήθεια μπορεί νά κοπή αμέσως;
- Κατ'  αρχάς  πρέπει  νά καταλάβη ό άνθρωπος ότι  αυτή  ή συνήθεια τον  βλάπτει  καί  νά
θελήση νά άγωνισθη, γιά νά τήν κόψη. Χρειάζεται νά εχη κανείς πολλή θέληση, γιά νά μπόρεση
νά τήν κόψη αμέσως. Όπως λ.χ. το σχοινί κάνει σιγά-σιγά μιά μικρή αυλακιά στο χείλος τοϋ
πηγαδιού  καί  δεν  γλιστρά  πιά,  έτσι  καί  κάθε  συνήθεια  λίγο-λίγο  χαράζει  μιά  αυλακιά  στην
καρδιά  καί  δύσκολα  βγαίνει  άπό  αυτήν.  Γι'  αυτό  πρέπει  πολύ  νά  προσέξη  κανείς,  νά  μήν
απόκτηση κακές συνήθειες, γιατί μετά χρειάζεται πολλή ταπείνωση καί πολλή θέληση, γιά
νά μπόρεση νά τις άποβάλη. Έλεγε ό Παπα-Τύχων: ¨Καλή συνήθεια, παιδί μου, αρετή κακή
Πάντως διαπίστωσα ότι, όταν ό άνθρωπος, ενώ αγωνίζεται, συνεχίζη νά σφάλλη καί
δεν άλλάζη, αιτία είναι ό εγωισμός, ή φιλαυτία  καί ή ιδιοτέλεια. Λείπει ή ταπείνωση καί ή
αγάπη, καί έτσι εμποδίζεται ή θεία επέμβαση. Δεν βοηθάει ο ίδιος ό άνθρωπος τον Θεό, γιά νά τον
βοηθήση.  Αν  π.χ.  τον βοηθήση ό  Θεός  νά  ξεπεράση  ένα  πάθος  του,  θά  τό  πάρη  επάνω  του,  θά
ύπερηφανευθή, γιατί θά νομίζη ότι μόνος του τό ξεπέρασε, χωρίς την βοήθεια του Θεοϋ. 

Εχουν κάνει άλλο ευαγγέλιο.


- Γέροντα, πότε ένας άνθρωπος μπορεί νά λέγεται δίκαιος;
- Δίκαιος κατά κόσμον είναι εκείνος πού κρίνει με βάση το ανθρώπινο δίκαιο. Τό τέλειο
όμως είναι ό άνθρωπος νά είναι δίκαιος όχι σύμφωνα με τήν ανθρώπινη δικαιοσύνη, άλλα
μέ τήν θεία δικαιοσύνη, καί τότε τον ευλογεί ό Θεός. Όταν στις ενέργειες μου δεν βάζω ποτέ τό
εγώ καί τό συμφέρον μου, εκβιάζω, μπορώ νά πώ, τον Θεό νά μοϋ στείλη τήν θεία Χάρη.
Οποιαδήποτε  ανθρώπινη  δικαιοσύνη,  ακόμη  καί  ή  πιο  τέλεια,  έχει  πάντα  ανθρώπινα
στοιχεία.  Καί  όσο  υπάρχει  ή  ανθρώπινη  δικαιοσύνη  στον  πνευματικό  άνθρωπο,  τό  Πνεύμα
προσπαθεί νά τήν άποβάλη ώς ξένο σώμα, καί ό άνθρωπος παλεύει μέ ανεβοκατεβάσματα καί
κουράζεται ψυχικά. Όταν απόκτηση τήν θεϊκή δικαιοσύνη, έρχεται τό λαμπικάρισμα καί ό
θείος φωτισμός.
- Αν πώ, Γέροντα, σε κάποιον πού λέει ότι αδικήθηκε: ¨υπάρχει θεία δικαιοσύνη, θά
τον βοηθήσω;
- Όχι, καλύτερα πές του: ¨εξέτασε τά πράγματα πνευματικά, σύμφωνα μέ τό Ευαγγέλιο.
Γιατί,  άν  τού  πής:  ¨υπάρχει  θεία  δικαιοσύνη,  θά πιστέψη ότι  αδικήθηκε, ενώ μπορεί  νά
έχη αδικήσει κιόλας.
Αλήθεια, πονάει ή ψυχή σου... Γνώρισα κάποιον πού εκκλησιαζόταν τακτικά, νήστευε
κ.λπ.  καί  είχε  τήν  εντύπωση  ότι  ζούσε πνευματικά.  Έν  τω μεταξύ,  ενώ  είχε  πέντε
διαμερίσματα, δύο μισθούς, παιδιά δεν είχε, δέν έδινε δραχμή σε έναν φτωχό. ¨Καλά, τού
είπα, έχεις τόσους φτωχούς συγγενείς, γιατί δέν τους δίνεις κάτι; Τί θά τά κάνης; Δώσε σέ
χήρες,  σέ  ορφανά.  Καί  ξέρετε  τί  μου είπε;  ¨Καλά,  νά  μήν  παίρνω  ενοίκιο  άπό  τήν  χήρα
αδελφή  μου;  Ανέβηκε  τό  αίμα  στο  κεφάλι  μου,  όταν  τό  άκουσα.  Νά,  αυτή  είναι  ή  κοσμική
δικαιοσύνη! ¨Άφοϋ δεν είναι δικά μου τα παιδιά πού Θα πεινάσουν, σοϋ λέει ό άλλος, δεν
έχω  ευθύνη.  Δέν  τον  αδικώ.  Άλλοίμονο,  έγώ  νά  αδικήσω!  και  αναπαύουν  τον  λογισμό
τους  μέ  τον  δικό  τους  τρόπο,  αλλά  ανάπαυση  πραγματική  δέν  έχουν.  Μέ  μιά  ανθρώπινη
λογική, μέ μιά δικαιοσύνη κοσμική, αδιαφορούν μπροστά σέ σοβαρές καταστάσεις. Πώς νά
νιώσουν ύστερα κάτι το πνευματικό; Υπάρχουν άνθρωποι πού μπορεί νά δώσουν ένα σπίτι
ευλογία  και  από  τήν  άλλη  μεριά,  αν  τους  χρωστάη  κάποιος  ένα  νοίκι,  νά  τοΰ  κάνουν
μήνυση. Πώς το εξηγείτε αυτό;
- Γέροντα, είναι δικαιοσύνη ανθρώπινη;
- Ούτε  δικαιοσύνη  ανθρώπινη  είναι.  Μιά  μικρή  δόση  έχει.  Άπό  τήν  μιά  δίνουν  σέ  κάποιον
εκατό  χιλιάδες  και  από  τήν  άλλη  κάνουν  παζάρια  στον  ταξιτζή  και  τον  πάνε  στην  αστυνομία
τουρισμού γιά χίλιες δραχμές. Πώς το εξηγείτε;
- Μήπως δέν είναι καλά στο μυαλό τους, Γέροντα;
- Όχι, καλά είναι.
- Μήπως, Γέροντα, δίνουν μέ υπερηφάνεια, γιά νά ικανοποιηθούν οι ϊδιοι;
- Αυτό είναι. Δίνουν τά πολλά μέ υπερηφάνεια τό κάνουν γιά νά δοξασθοΰν οι ϊδιοι, όχι
εις δόξαν θεού. Μπορεί ακόμη και όλα νά τά δώσουν, αγάπη όμως δέν έχουν.
Σήμερα  υπάρχει  ένα  λανθασμένο  πνεύμα.  Ακόμη  και  πνευματικοί  άνθρωποι  ζητούν  μιά
νομική  δικαιοσύνη  καί  λένε  ότι  πιστεύουν  καί  στον  Θεό!  ¨Τό  δίκιο  σου,  τό  δίκιο  μου.  Αυτό  τό ευαγγέλιο της λογικής, της παράξενης λογικής, νά μήν υπήρχε! ¨Νά μή μέ περνούν κορόιδο, λένε. Δέν βλέπετε πού φθάνουν οι  Χριστιανοί στά  δικαστήρια;  Καί  νά  έχουν  δίκαιο,  δέν  πρέπει  νά πάνε στά δικαστήρια, πόσο μάλλον όταν δέν έχουν. Γι' αυτό καί μερικοί γίνονται εξ αιτίας τους
άπιστοι. Βλέπουν ότι ένας, πού  ούτε στην εκκλησία πάει ούτε αγρυπνίες κάνει, μπορεί νά μήν
κάνη  κάτι  τέτοιο,  ένώ  άλλος,  πού  πάει  στην  εκκλησία,  κάνει  αγρυπνίες  κ.λπ.,  πηγαίνει  στο
δικαστήριο έναν φτωχό γιά λίγα χρήματα πού του χρωστάει, μόνον και μόνο γιά νά βρή τό
δίκιο  του.  Είπα  σε  έναν  πού  ήθελε  νά  πάη  στο  δικαστήριο  κάποιον  πού  τοϋ  χρωστούσε
χρήματα:  ¨Έχεις  ανάγκη;  Έχεις  περισσότερα  παιδιά;  Μήπως  σε  βάζει  ή  γυναίκα  σου  και
βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση;³. ¨Όχι, λέει, τό κάνω, γιά νά βρω τό δίκιο μου.
Τί  νά  πή  κανείς;  Είναι  και  μιά  αγωγή  πού  είχε  δοθή  παλιότερα  από  μερικούς
πνευματικούς  κύκλους.  Χρόνια  τώρα  θυμάμαι  ένα  περιστατικό  και  δέν  μπορώ  νά  τό
ξεχάσω.  Σε  ενα  βρεφοκομείο  υπηρετούσαν  αφιερωμένες  νοσοκόμες.  Σέ  κάποιο  άρρωστο
παιδάκι έπρεπε νά κάνη ό γιατρός μιά εξέταση μέ ραδιενέργεια καί ζήτησε νά πάη μιά νοσοκόμα
νά τον βοηθήση, αλλά δέν πήγε καμμιά από αυτές, γιατί φοβόνταν μήπως πάθουν τίποτε από
τήν ραδιενέργεια. Κατ' αρχάς, άφοϋ ήταν αφιερωμένες, δέν υπήρχε θέμα. Αν σκέφτονταν
νά παντρευτούν, τότε θά πείραζε. Άλλα καί νά σκέφτονταν νά δημιουργήσουν οικογένεια,
πάλι έπρεπε νά κάνουν μιά θυσία σάν πνευματικοί άνθρωποι πού ήταν. Κανονικά, έπρεπε
νά μαλώνουν ποια  νά πάη. Καί τελικά, έτρεξε νά βοηθήση τον γιατρό μιά  άλλη, πού ούτε
πνευματικά ζούσε, άλλα καί σκεφτόταν νά παντρευτή, γιατί λυπήθηκε τό παιδάκι.  
Καί τό χειρότερο από όλα είναι πού τέτοιους ανθρώπους δέν τους πειράζει γι' αυτό ή
συνείδηση, γιατί λένε: ¨Αυτά δέν είναι γιά μας. Εμείς είμαστε γιά τά πνευματικά. Μπορεί
μάλιστα νά έχουν τον λογισμό: ¨εκείνον τον αναπαύει νά θυσιάζεται κι έμενα μέ αναπαύει
νά έχω τήν ησυχία μου..., καί καμμιά φορά νά τόν κατακρίνουν κιόλας καί νά λένε ότι δέν
έχει πνευματική κατάσταση. Άλλα ό Χριστός αναπαύεται έκεΐ πού υπάρχει ή αρχοντιά,  τό
πνεύμα της θυσίας, τό αθόρυβο, ή αφάνεια.
- Όταν, Γέροντα, βλέπης τόν άλλον νά δυσκολεύεται, δέν πρέπει νά βοηθήσης, όπως καί
νά είσαι;
- Μά  βέβαια!  Άλλα  έχω  παρατηρήσει  ότι  έχει  καλλιεργηθή  ένα  κοσμικό  φρόνημα  σε
πολλούς  πνευματικούς  ανθρώπους.  Έχουν  κάνει  ένα  δικό  τους  κοσμικό  ευαγγέλιο,  ένα
ευαγγέλιο στα μέτρα τους, και σοϋ λένε: ¨Ό Χριστιανός πρέπει νά έχη την αξιοπρέπεια του
δεν πρέπει νά φανή, κατά κάποιον τρόπο, κορόιδο. Τά αντιμετωπίζουν δηλαδή όλα μέ μιά
κοσμική λογική και δικαιοσύνη. ¨Αυτό τό δικαιούμαι, σού λέει, δέν τόν αδικώ δεν θέλω νά μέ
άδικη! Νά έχη εν τω μεταξύ και αναπαυμένο τόν λογισμό του ότι έχει δίκαιο. Και βλέπεις
σέ έναν τέτοιον άνθρωπο όλα τά δικαιώματα τά κοσμικά. Φιλότιμο δέν έχει, θυσία δέν έχει,
τίποτε δέν έχει, δικό του ευαγγέλιο έφτιαξε και δέν έχει καμμιά συγγένεια μέ τόν Θεό. Έμ,
πώς θά τόν επισκίαση μετά ή θεία Χάρις; Όταν υπηρετούσα τήν θητεία μου, ήταν ένας ασυρματιστής
στην αεροπορία  πού  ερχόταν  στην  μονάδα  μας  και  έπαιρνε  τά  σήματα.  Είχαμε  σχέσεις,
θεολόγος ήταν, έκανε καί κηρύγματα. Όλοι όμως Ιησουίτη τόν έλεγαν, γιατί, όχι μόνο μιά
θυσία δέν έκανε, αλλά ούτε μιά  μικρή εξυπηρέτηση. Καμμιά φορά τού έλεγα: ¨Άφοΰ πάς
πού πάς στο αεροδρόμιο, σέ παρακαλώ, δώσε καί αυτά τά σήματα τού τάδε. ¨Όχι, έλεγε,
εγώ έφερα τά δικά μου, καί αυτός νά πάη τά δικά του, καί έτσι άνέπαυε τόν λογισμό του
ότι  δέν  αδίκησε  τόν  άλλον.  Μά,  αφού  ό  Χριστός  δέν  λέει  απλώς:  ¨άν  σέ  παρακάλεση
κάποιος νά πάς ένα μίλι, πήγαινε δύο³, άλλα λέει: ¨άν σέ άγγαρέψη ένα μίλι, πήγαινε δύο
. Ή
δέν λέει: ¨άν σού ζητήση τόν χιτώνα, δώσε και τό ιμάτιο³, άλλα ¨αν σού αφαίρεση τον χιτώνα,
δώσε  και  τό  ιμάτιο.  Νά  τό  λέη  ό  Χριστός  αυτό  και  ό  άλλος,  ενώ  θεωρεί  τον  εαυτό  του
πνευματικό άνθρωπο, νά  λέη: ¨Έγώ έφερα τά δικά μου, και αυτός νά πάη τά δικά του; Είναι σάν νά
λέη δηλαδή: ¨κορόιδο είμαι νά μοϋ ζήτηση ένα μίλι και νά πάω δύο;³. 'Έμ, πώς θά πλησίαση ή
Χάρις τοϋ Θεοΰ σέ έναν τέτοιον άνθρωπο; Ένώ, όταν κανείς έφαρμόζη τό γραφικό χωρίο καί, άμα
τον άγγαρεύουν ένα μίλι, πηγαίνη πιο πέρα, μετά εργάζεται ό Χριστός καί αλλοιώνεται πνευματικά
ό άλλος πού τον άγγάρεψε καί προβληματίζεται: ¨Βρέ, κοίταξε, λέει, έγώ τον άγγάρεψα ένα μίλι
καί αυτός πήγε πιό πέρα! Τόση καλωσύνη! Έάν είχε καί ό Χριστός αυτήν την κοσμική λογική πού
έχουν σήμερα πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, δεν θά άφηνε τόν ουράνιο Θρόνο Του, γιά νά κατεβή στην γή,  νά  ταλαιπωρηθή  καί  νά σταυρωθή άπό  μας  τους  ελεεινούς  ανθρώπους. Μέσα όμως  στην  κατ' άνθρωπο αυτήν αποτυχία Του ήταν κρυμμένη ή σωτηρία όλων των ανθρώπων. 'Αλλά τί τράβηξε, γιά νά μας σώση! Μέχρι νά Τοϋ δίνουν σφαλιάρες καί νά Τοϋ λένε: ¨Προφήτευσε ποιος σέ χτύπησε!³. Έπαιζαν δηλαδή οι Εβραίοι μέ τόν Χριστό. Έγώ ξέρεις πόσο λυπόμουνα, όταν ήμουν μικρός καί έβλεπα τά παιδιά νά παίζουν τό μπίζ;  Άντε τώρα νά παίζουν αυτό τό παιχνίδι μέ τόν Χριστό!... ¨Προφήτευσε ποιος σέ χτύπησε!... Πάμ! Ώ, φοβερό! Καί έμεϊς ζητάμε έναν Χριστιανισμό χωρίς σταύρωση, αλλά απευθείας ανάσταση.  Κάνουμε  έναν  Χριστιανισμό,  έναν  Μοναχισμό,  όπως  τόν  θέλουμε.  Δεν  θέλουμε  νά στερηθούμε τίποτε.

Γιά νά ζήσουμε όμως τά υπερφυσικά, πρέπει νά ζήσουμε υπερφυσικά.

Τά δικαιώματα του μοναχού τα κρατάει ό Χριστός για την άλλη ζωή.


- Γέροντα, τί είναι τό δικαίωμα;
- Τό δικαίωμα είναι κοσμική λογική. Ό άνθρωπος, όσο πιο κοσμικός είναι, τόσο περισσότερο
δικαίωμα έχει όσο πιο  πνευματικός  είναι,  τόσο  λιγώτερο  δικαίωμα  έχει.  Ειδικά  ό  μοναχός
έχει μόνον υποχρεώσεις δέν έχει δικαίωμα για τίποτε. Θέλω νά πω ότι δέν πρέπει νά έχη
απαίτηση άπό κανέναν καί γιά τίποτε. Τό νά ζητά ό μοναχός δικαιώματα σ' αυτήν τήν ζωή,
ενώ  απαρνήθηκε  τά  πάντα  γιά  τήν  αγάπη  του  Χρίστου,  είναι  τελείως  λάθος.  Βρίζει  τον
Χριστό,  τον  Μοναχισμό.  Οι  κοσμικοί  έχουν  δικαιώματα  πολλά¾  κοσμικοί  είναι.  Τά
δικαιώματα του μονάχου, άλλα καί του πνευματικού ανθρώπου, τά κρατάει ό Χριστός γιά
τήν άλλη ζωή.
Τό  δικαίωμα  σήμερα  παρουσιάζεται  σχεδόν  σε  όλους  τους  νέους,  αλλά  καί  σέ  νέους
μοναχούς. Μερικοί νέοι μοναχοί δέν ξέρουν γιατί έγιναν μοναχοί καί τί θά πή Μοναχισμός, γι' αυτό
έχουν ένα δικαίωμα, ένα κοσμικό πνεύμα, μιά παράξενη λογική, μιά ανθρώπινη δικαιοσύνη, άπό όλες τις πλευρές. Αυτή ή ανθρώπινη δικαιοσύνη ξεκίνησε άπό τό ευρωπαϊκό πνεύμα καί μπήκε καί στον
Μοναχισμό.
Στην καλογερική, τήν σημερινή εποχή, συναντάει κανείς πολλές φορές αυτό τό πνεύμα: ¨Δέν
τον  βλάπτω  τον  άλλον,  δέν  θέλω  νά  μέ  βλάψη  δέν  τόν  αδικώ  είμαι  εντάξει.  ¨Έκανα,  λένε μερικοί, τήν δουλειά μου, βοήθησα έκεΐ, τελείωσα. Είμαι εντάξει. Ή άλλη δουλειά δέν είναι δική μου, φεύγω πάω στο κελλί γιά πνευματικά. Δέν εξετάζουν αν ό άλλος είναι φιλάσθενος ή έχη
πονοκέφαλο και δεν μπορή νά δούλεψη, ή δουλεύη λιγώτερο, γιατί είναι από αγρυπνία και
είναι περισσότερο κουρασμένος. Η λένε: ¨αύτη ή μερίδα είναι δική μου¾ τήν δικαιούμαι³, και δέν
εξετάζουν  αν  ό  άλλος  είναι  πιό  αδύνατος  ή  ό οργανισμός του καταναλίσκη περισσότερο, και έχει ανάγκη από περισσότερη τροφή. Όποτε καταλήγουν νά βρίσκωνται σε πνευματικό χώρο, αλλά νά
έχουν  μιά  νοοτροπία  κοσμική,  και  έτσι  γίνονται  συνεπείς  κοσμικοί.  Ξέρετε  τί  είναι  νά
βλέπης  ανθρώπους  πνευματικούς  νά  αντιμετωπίζουν  κοσμικά  τά  πράγματα;  Λίγο-πολύ
δηλαδή  παρατήρησα  σέ  αρκετούς  μοναχούς  τό  έξης:  Τήν  νηστεία,  τήν  προσευχή,  τήν
ακολουθία,  τό  διακόνημα,  τά  κάνουν.  Φορούν  ένδυμα  μοναχικό,  έχουν  καλογερικό
πρόγραμμα, αλλά ή αντιμετώπιση, αντί νά είναι πνευματική, είναι κοσμική, γιατί κοιτούν πώς
νά  μήν  τους  πουν  καμμιά  κουβέντα,  νά  μήν  αδικηθούν.  Δηλαδή  βρίσκονται  στην  κοσμική
δικαιοσύνη  και  πολλές  φορές  ούτε  και  εκεί  φθάνουν.  Άντε τώρα  νά  συνεννοηθής
πνευματικά  μ'  αυτούς.  Αυτοί  τά  κανονίζουν έτσι,  ώστε νά μή δυσκολευθή μεθαύριο ό Χριστός
μαζί  τους  νά  κάνη...  λογαριασμούς!  Μά,  ένώ  ό  Χριστός  παρακολουθεί  τον  καθέναν  πόσο
αδικείται,  πόσο  θυσιάζεται,  και  θά  τον  άνταμείψη  ανάλογα,  αυτοί  θέλουν  νά  τακτοποιήσουν
μόνοι τους τον λογαριασμό τους.
Είμαι  αγανακτισμένος  γενικά  μέ  τήν  σημερινή  νοοτροπία πού βλέπω σέ μερικούς νέους
μοναχούς. Μιά ανθρώπινη δικαιοσύνη! Πώς νά χωρέση ή ανθρώπινη δικαιοσύνη στην πνευματική
ζωή; Και στην κοσμική ζωή δέν βγαίνεις πέρα μέ τήν ανθρώπινη δικαιοσύνη, πόσο μάλλον στην
πνευματική.  Όταν  ήμουν  στο  Κοινόβιο,  όλοι  κοίταζαν  πώς  νά  κάνουν  κάποια  θυσία.  Στην
δουλειά,  στο  φαγητό, σέ όλα υπήρχε αυτό τό πνεύμα: Σκέφτονταν πρώτα τον  άλλον, και  γι' αυτό
ζούσαν τον Παράδεισο. Ήταν κάποιος λ.χ. στην τράπεζα; Κοιτούσε νά φάη αυτός λιγώτερο, γιά
νά μείνη τό περισσότερο γιά τόν άλλον. Και άδύνατος νά ήταν ό ίδιος, δεν τό λάμβανε ύπ' όψιν.
Ούτε εξέταζε τί ήταν ό άλλος. Έκανε Θυσία. Οΰτε έβαζε τήν κρίση του νά πή: ¨Θά του κάνη κακό, άν
φάη περισσότερο.
Από τήν στιγμή πού ό μοναχός κοιτάζει νά μήν τον αδικήσουν, νά μήν κουρασθη
πολύ, νά μήν πάη χαμένος ό κόπος του, είναι σάν νά μήν πιστεύη ότι υπάρχει Θεός, ότι υπάρχει
άλλη ζωή, μέλλουσα Κρίση και θεία ανταπόδοση. Και άν δούλεψη λίγο παραπάνω, οΰτε αυτό θά
πάη χαμένο. Μόνον ό κόπος των ζώων πάει χαμένος. Και αυτά τά καημένα, παρόλο πού εξ αιτίας
μας ταλαιπωρούνται - μετά τήν παράβαση των Πρωτοπλάστων ή φύση συστενάζει με τον άνθρωπο
-,  θυσιάζονται  γιά  μας!  Είναι  φοβερό!  Βλέπετε,  τά  άγρια  ζώα,  όταν  τραυματίζωνται  άπό  τους
κυνηγούς,  τί  τραβάνε!  Σακατεμένα,  μέ  σπασμένα  πόδια,  νά  μήν  μπορούν  νά  τρέξουν,  νά  τά
ξεκοιλιάζουν τά μεγάλα ζώα, νά τά τρώνε, καί νά μήν έχουν καμμιά ανταμοιβή! Ό άνθρωπος, άν
δεν  τά καταλαβαίνη  αυτά, δεν είναι  άνθρωπος. Γι'  αυτό τού έδωσε ό Θεός τό μυαλό, γιά νά τό
δουλεύη σωστά καί νά βρη τον δρόμο του. Έγώ δεν λέω τώρα νά σκοτώνεστε στην κούραση, άλλα
νά ύπάρχη φιλότιμο.
- Δηλαδή,  εσείς,  Γέροντα,  θέλετε  νά  σκιρτάη  ή  καρδιά  μας,  νά  λαχταράη  νά
αναπαύσουμε τον άλλον.
- Ναί, γιατί, όταν κοιτάζης πώς νά ανάπαυσης τόν άλλον καί άφήνης τόν εαυτό σου εν λευκώ
στά  χέρια  τού  Θεού,  δεν  κουράζεσαι.  Καί  άν κουρασθής καί  πης  ότι κουράστηκες, πάει, τό
έχασες. Τί, θά σέ πλήρωση ό Χριστός γιά τήν κακομοιριά; Μπάτσο θά σού δώση.
Όσο μπορείτε, αυτό νά κοιτάξετε. Αυτή είναι ή πνευματική εργασία πού πρέπει νά κάνετε. Καί
άσκηση  άν  κάνετε,  δεν  ωφελεί,  γιατί,  άν  κανείς  δέν  κάνη  αυτήν  τήν  εργασία,  δουλεύει  σέ  άλλη συχνότητα άπό τήν συχνότητα τού Θεού. Πάνε όλα μετά χαμένα, καί οι μετάνοιες καί οι νηστείες...
Δέν λέω αυτά νά μη γίνωνται, άλλα νά μή νομίζη κανείς ότι, επειδή κάνει εκείνο, εκείνο..., είναι
εντάξει! 

Ή δικαιοκρισία του Θεού.


- Γέροντα, τί είναι ή δικαιοκρισία τοϋ Θεού;
- Ή δικαιοκρισία τού Θεού είναι ή μακροθυμία, ή οποία έχει μέσα καί τήν ταπείνωση καί τήν
αγάπη. Ό Θεός είναι πολύ δίκαιος, αλλά καί πολυεύσπλαχνος, καί ή ευσπλαχνία Του νικάει
τήν δικαιοσύνη Του. Θά σού πω ένα παράδειγμα, γιά νά καταλάβης. Αν κάποιος άνθρωπος
δέν  είχε  τήν  ευκαιρία  νά  άκούση  ποτέ  γιά  τόν  Θεό,  αυτός  δέν  θά  κριθή  σύμφωνα  μέ  τήν
κατάσταση  στην  οποία  βρίσκεται,  άλλα  σύμφωνα  μέ  τήν  κατάσταση  στην  οποία  θά
βρισκόταν,  αν  είχε  γνωρίσει  τόν  Θεό.  Γιατί  αλλιώς  δέν  θά  ήταν  δίκαιος  ό  Θεός.  Ή  θεία
δικαιοσύνη  έχει  δικούς  της  μαθηματικούς  όρους  το  ένα  κι  ένα άλλοτε  κάνουν  δύο  καί
άλλοτε δύο εκατομμύρια.
- Γέροντα, πώς εφαρμόζεται ή θεία δικαιοσύνη σέ κάποιον πού σφάλλει;
- Ή ανθρώπινη δικαιοσύνη λέει: Έσφαλες; Πρέπει νά τιμωρηθής. Ή θεία δικαιοσύνη λέει:
Αναγνωρίζεις  το  λάθος  σου  καί  μετανοείς;  Συγχωρείσαι.  Βλέπεις,  ακόμη  καί  άπό  τόν
ανθρώπινο  νόμο  δικάζεται  μέ  επιείκεια  κάποιος  πού  κάνει  ένα  έγκλημα,  όταν  μετανοή
ειλικρινά καί πάη μόνος του καί τό όμολογή, ενώ δέν υπάρχει καμμία υποψία γιά το πρόσωπο του.
Καί  αν  από  τους  ανθρώπους  δικάζεται  με  επιείκεια,  πόσο  μάλλον  άπό  τον  δικαιοκρίτη  καί
πολυεύσπλαχνο Θεό!
Είμαστε  στα  χέρια  του Θεοϋ.  Ό  Θεός  μάς  παρακολουθεί  μέ  ακρίβεια  καί  γνωρίζει  την
καρδιά  του  καθενός.  Δεν  θά  μάς  άδικήση.  Άφου  υπάρχει  θεία  δικαιοσύνη  καί  θεία
ανταπόδοση, καί δ Θεός μάς αγαπάει - τό κυριώτερο απ' όλα -, ό,τι καλό κάνει κανείς δέν
χάνεται.  Γι'  αυτό  είναι  χαμένος,  τελείως  λειψός,  όποιος  ζητάει  νά  δικαιωθή  άπό  τους
ανθρώπους.
Έχω  παρατηρήσει  ότι,  όταν  ό  άνθρωπος  άδικηθή  καί  έφαρμόση την θεία δικαιοσύνη, ό
Θεός τον δικαιώνει ακόμη καί σ' αυτήν τήν ζωή. Θυμάμαι, στον στρατό, μετά τόν πόλεμο, είχε έρθει ό στρατηγός νά δώση παράσημα. Έγώ εκείνη τήν ήμερα έλειπα. Όταν φώναξε τό όνομα μου, βγήκε ένας πού ήταν άπό τήν Θεσσαλία καί πήρε εκείνος τό παράσημο. Οι άλλοι στρατιώτες δέν μίλησαν, γιατί τότε  είχε  φυλάκιση,  αν  έλεγες  ψέματα.  Όταν  έφυγε  ό  στρατηγός,  εκείνος κρύφτηκε,  γιατί  οι άλλοι θά τόν σκότωναν στό ξύλο. Όταν επέστρεψα, φοβόταν καί άπό μένα. Ήρθε άπό έδώ-άπό
έκεΐ, οπότε μοϋ είπε: ¨Νά μέ συγχώρεσης, έκανα αυτό κι αυτό. ¨Καλά έκανες καί τό πήρες, τοϋ είπα τί νά τό έκανα εγώ; Τό φορούσε ύστερα στίς παρελάσεις. Μετά άπό σαράντα χρόνια έρχεται εδώ στό Μοναστήρι ό στρατάρχης της Πρώτης Στρατιάς από τήν Θεσσαλία καί μοϋ φέρνει ένα παράσημο τοϋ
Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταντό είδα, μοϋ ήρθε νά γελάσω. Μετά άπό σαράντα χρόνια! Μοϋ έκανε
εντύπωση: άπό τήν Θεσσαλία ήταν εκείνος ό στρατιώτης, άπό τήν Θεσσαλία ήρθε καί ό στρατάρχης!
Βλέπετε πώς γίνεται! Ένώ, όταν ζητάμε νά δικαιωθούμε, χάνουμε τελικά καί αυτά εδώ, άλλα καί εκείνα πού μάς ετοιμάζει ό Χριστός γιά τήν άλλη ζωή, αν αδικηθούμε. Γιά χαμένα πράγματα δηλαδή χάνουμε
τά σπουδαιότερα, τά αιώνια. Γιατί αυτά έδώ έτσι κι αλλιώς χαμένα είναι, τί νά τά κάνουμε;

Ή θεία και ή ανθρώπινη δικαιοσύνη.


- Γέροντα, τί είναι Θεία δικαιοσύνη;
- Θεία  δικαιοσύνη  είναι  νά  κάνης  αυτό  πού  άναπαύει  τον  άλλον.  Αν  έχης  λ.χ.  νά
μοιρασθής κάτι  με κάποιον άλλον, νά τοϋ δώσης όχι το μισό άπό αυτό πού έχεις, αλλά όσο
θέλει εκείνος. Νά τοϋ πης: ¨Πόσα θέλεις; δυόμισι; τρία; πάρ' τα³. Νά δίνης τά καλά και νά
κρατάς  τά  σάπια.  Νά  δίνης  τά  περισσότερα  και  νά  κρατάς  τά  λιγωτερα.  Νά,  πες  πώς  μας
φέρνει  τώρα  μιά  αδελφή  δέκα  δαμάσκηνα.  Αν  εγώ  άπό  λαιμαργία φάω τά  οκτώ  καί  σοϋ
αφήσω τά δύο, θά σε αδικήσω. Αν πώ: ¨άφοϋ είμαστε δύο, θά φάω τά πέντε καί θά σοϋ
αφήσω τά άλλα πέντε³, τότε έχω τήν ανθρώπινη δικαιοσύνη. Αν όμως δω ότι σοϋ αρέσουν
τά δαμάσκηνα και φάω μόνον ένα καί σοϋ πώ: ¨κάνε αγάπη νά φας εσύ τά υπόλοιπα, γιατί
εμένα  δεν  μοϋ  πολυαρέσουν,  άλλα  μέ  πειράζουν  καί  στά  έντερα³,  τότε  έχω τήν  θεία
δικαιοσύνη.
- Δηλαδή ανθρώπινη δικαιοσύνη ποια είναι;
- Ανθρώπινη  δικαιοσύνη  είναι,  αν  πρέπη  λ.χ.  νά  μοιρασθής  κάτι  μέ  κάποιον  άλλον,  νά
δίνης το μισό καί νά κρατάς το άλλο μισό.
- Γέροντα, τί θέση έχει ή ανθρώπινη δικαιοσύνη στην πνευματική ζωή;
- Ή  ανθρώπινη  δικαιοσύνη  δεν  είναι  γιά  τους  πνευματικούς  ανθρώπους¾  είναι  φρένο  γιά  τους κοσμικούς ανθρώπους. Ό πνευματικός άνθρωπος είναι ανόητος, άν άποβλέπη σ' αυτήν, γιατί μπροστά στην θεία δικαιοσύνη ή ανθρώπινη είναι μηδέν. Αλλά και ό κοσμικός άνθρωπος, άν πετύχη κάτι σ' αυτήν την  ζωή  εφαρμόζοντας  τήν  ανθρώπινη  δικαιοσύνη,  δεν  θά  έχη  τήν  πραγματική  χαρά  και
ανάπαυση.
Ας  υποθέσουμε  ότι  δύο  αδέλφια  έχουν  ένα κτήμα  δέκα  στρέμματα.  Ανθρώπινη
δικαιοσύνη είναι νά πάρη ό καθένας άπό πέντε στρέμματα. Θεία δικαιοσύνη είναι νά πάρη
ό καθένας αυτό πού έχει ανάγκη. Αν δηλαδή ό ένας αδελφός έχη επτά παιδιά και ό άλλος
δύο  ή  ή  δουλειά  τοϋ  ενός  είναι  κατώτερη  άπό  τήν  δουλειά  τοϋ  άλλου,  πρέπει  νά  πάρη
περισσότερο εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Σ' αυτήν τήν περίπτωση είναι αδικία νά
πάρη ό δεύτερος όσα καί ό πρώτος. Ό κοσμικός άνθρωπος όμως δεν λαμβάνει ύπ' όψιν του
ότι ό αδελφός του δυσκολεύεται νά τά βγάλη πέρα. Δεν καταλαβαίνει ότι ή μοιρασιά πού
πάει νά κάνη είναι άδικη, γιατί δεν σκέφτεται πνευματικά. Τού λές: ¨πρέπει νά βοηθήσης
τήν  οικογένεια σου  νά  δεχθή  νά δώσης περισσότερα στον αδελφό σου πού έχει ανάγκη
καί  σοϋ  λέει:  ¨Γιατί;  δεν  τον  αδικώ
!  Έάν  ήταν  πνευματικός  άνθρωπος,  ακόμα  καί  άν  ή
γυναίκα  του  καί  τά  παιδιά  του  αντιδρούσαν,  έπρεπε  νά  τους  πείση  νά  δεχθούν  ό,τι  τοϋ
δώση ό αδελφός του. Αν ό αδελφός του έλεγε: ¨εσύ θά πάρης ένα στρέμμα, νά έπαιρνε τό
ένα, χωρίς νά πή τίποτε, γιά νά νιώθη άνετα ό αδελφός του πού πήρε τά υπόλοιπα. Πάντως
τό Ευαγγέλιο κάνει τήν καλύτερη μοιρασιά.  Μού κάνει εντύπωση ή αρχοντιά τοϋ 'Αβραάμ. Όταν μάλωναν οι τσομπάνηδες τοϋ Λώτ καί τοϋ Αβραάμ γιά τά βοσκοτόπια, πήγε ό Αβραάμ στον Λώτ καί τοϋ είπε: ¨Δέν κάνει να μαλώνουμεείμαστε συγγενείς. Πού σέ αναπαύει εσένα νά πας; Θέλεις να πάς από 'δώ η θέλεις να πάς από 'κεϊ;  Ό Λώτ  κινήθηκε καί  λίγο ανθρώπινα και  διάλεξε τά Σόδομα καί τα Γόμορρα, γιατί είχαν πρασινάδα  καί  βοσκοτόπια,  καί  τί  έπαθε  μετά!  Ό  Αβραάμ  κινήθηκε  μέ  την  θεία  δικαιοσύνη, θέλησε νά ανάπαυση τον Λώτ, καί χάρηκε κιόλας πού ό Λώτ πήγε στον καλύτερο τόπο.

Νά παίρνουμε τό βάρος επάνω μας.


- Γέροντα, χθες είπατε ότι άλλο είναι ή υπομονή και άλλο ή ανοχή. Τί εννοούσατε;
- Υπομονή δέν είναι το νά άνέχωμαι τόν άλλον. Όταν λέω ότι ανέχομαι τόν άλλον, είναι
σάν  νά  λέω:  ¨Ό  άλλος  είναι  χάλια,  εγώ  είμαι  καλά,  και  τόν  ανέχομαι.  Ή  πραγματική
υπομονή είναι  νά αίσθάνωμαι ενοχή  γιά  τήν κατάσταση του  και  νά  τόν πονάω. Αυτό  έχει
πολλή ταπείνωση και αγάπη, και τότε δέχομαι τήν Χάρη του Θεοϋ και βοηθιέται και ό άλλος. Άν
δω, ας υποθέσουμε, κάποιον κουτσό ή κουφό ή ναρκομανή, πρέπει νά σκεφθώ: ¨άν ήμουν
εγώ  σε  καλή  πνευματική  κατάσταση,  θά παρακαλούσα  τόν  Θεό  και  θά  τόν  έκανε  καλά,
γιατί  ό  Χριστός  είπε: ¨θά σας δώσω δύναμη νά  κάνετε μεγαλύτερα θαύματα από μένα,
οπότε έρχεται ό πόνος, ή αγάπη γιά τόν άλλον. Ενώ, άν πώ: ¨ε, τί νά τόν κάνω, ανάπηρος είναι,
ας καθήσω λίγο κοντά του¾ θά εχω άλλωστε και τόν μισθό μου³, τότε ανέχομαι τόν άλλον
και δικαιολογώ τόν εαυτό μου ότι έκανα τό καθήκον μου.
- Γέροντα, πάντα βοηθάει νά παίρνης όλο τό σφάλμα επάνω σου;
- Ναί,  άν  τό σηκώνης, πολύ βοηθάει. Νά μέμφεσαι γιά  όλα τόν εαυτό σου. Νά παίρνης τό
σφάλμα από τόν άλλον, νά τό ρίχνης στον εαυτό σου και νά παρακαλάς τόν Χριστό νά σοϋ δίνη
δύναμη νά τό σηκώνης. Και όταν θά παίρνης επάνω σου περισσότερο βάρος άπ' ο,τι έσφαλες η,
κι  αν  ακόμη  δεν  έσφαλες,  πιστεύης  κατά  κάποιον  τρόπο  ότι  έσφαλες,  τότε  δέν  θά  τό
παίρνης  ποτέ  επάνω  σου,  δέν  θά  υπερηφανεύεσαι,  και  θά  έχης  πλούσια  την  Χάρη  τοϋ  θεού.
Πρέπει όμως νά προσέξης, νά δης αν μπορης νά σήκωσης περισσότερο βάρος. Γιατί, άν δέν
μπορής, θά πάθης κήλη, δισκοπάθεια...
- Ποια είναι ή κήλη και ή δισκοπάθεια σ' αυτήν τήν περίπτωση;
- Άν  πάρης  επάνω  σου  λ.χ.  ένα  σφάλμα  πού  δέν  μπορείς  νά  τό σήκωσης και  δέν δώσης
καμμιά εξήγηση, μετά θά γογγύσης, θά αγανάκτησης, θά κατακρίνης...
- Όμως, άν εξηγήσω, αυτό δέν θά είναι δικαιολογία;
- Έ,  νά  κοιτάξης  νά  δικαιολόγησης  αυτό  πού  δέν  μπορείς  νά σήκωσης και  τό  άλλο  νά  τό
άφήσης.  Άν  είναι  λ.χ.  ευαίσθητος  κανείς,  νά  κοιτάξη  νά  σήκωση  όσο  μπορεί- νά  μήν  κάνη  τον δυνατό.  Νά  έξετάζη  τον  εαυτό  του  καί  νά  τον  άδικη  μέ  διάκριση,  ανάλογα  μέ  τό  βάρος  πού μπορεί  νά  σήκωση,  γιά  νά  μήν  τον  κάμψη  ό  εχθρός  μέ  τήν  υπερευαισθησία,  τόν  ρίξη  σέ
απόγνωση καί τον άχρηστέψη.
- Γέροντα,  μερικές  φορές  όχι  μόνο  δυσκολεύομαι  νά  δεχθώ  τήν  αδικία,  άλλα
μετατοπίζω τήν ευθύνη μιας πτώσεως μου σέ άλλον.
- Έσεϊς, όχι μόνο δέν σηκώνετε άπό αγάπη τόν τουρβά τοϋ άλλου, άλλα θέλετε νά δώσετε
και τόν δικό σας βαρύ τουρβά όχι  μόνο  στον  υγιή  αλλά  καί  στον  φιλάσθενο!  Χρειάζεται  νά
απόκτησης πνευματική παλληκαριά,  γιά  νά παίρνης επάνω σου όλη τήν ευθύνη της αμαρτίας
σου.  Όσο  περισσότερο  βάρος  προσθέτουμε  στον  εαυτό  μας,  παίρνοντας  επάνω  μας  τά
σφάλματα των άλλων, τόσο περισσότερο ό Καλός Θεός μας έλαφρώνει τό φορτίο και νιώθουμε
θεία αγαλλίαση.
Τό νά σηκώση άπό αγάπη κάποιος πού έχει σωματικές δυνάμεις δυο σακκιά τσιμέντο
στην  πλάτη,  γιά να  άπαλλάξη  έναν  αδύνατο  πού  δεν  μπορεί  νά  σήκωση βάρος,  δεν  έχει
τόση αξία, όση το νά σηκώση το βάρος τοΰ σφάλματος τοϋ άλλου, νά το κάνη δικό του, και
άς φανή στους άλλους ότι έσφαλε αυτός. Αυτό είναι μεγάλη αρετή, μεγάλη ταπείνωση.
Σε  ένα  Κοινόβιο  στο  Άγιον  Όρος  κάποιος  δόκιμος  μίλησε  μια  φορά  άσχημα  στον
τυπικάρη,  πού  ήταν  και  ιερομόναχος,  γιατί  την  ώρα  πού  διάβαζε  στην  ακολουθία  τοΰ
έδειξε ποιο κοντάκιο  νά πή πρώτα. Ένώ πήγε νά τον βοηθήση, εκείνος έγινε εξω φρενών.
Μετά τήν ακολουθία ό δόκιμος κλείστηκε θυμωμένος στο κελλί του. Ό τυπικάρης γύρισε στον
εαυτό του, πήρε το βάρος επάνω του καί στενοχωρέθηκε, γιατί σκέφθηκε ότι αυτός έγινε αιτία
νά αντίδραση έτσι ό αδελφός. Τον πείραζε αληθινά ή συνείδηση. Και ένώ ώς τυπικάρης είχε
ευθύνη  γιά  τήν  ακολουθία,  δεν  έλαβε  ύπ'  όψιν  του  τήν  ευθύνη,  αλλά  είπε: ¨Έγώ  φταίω  πού
νευρίασε ό αδελφός³. Πήγε λοιπόν στο κελλί τοϋ δοκίμου  νά  τοϋ βάλη μετάνοια. Εκείνος
όμως είχε κλειδώσει και δέν άνοιγε. Τότε κάθησε εξω από τήν πόρτα του καί περίμενε από
τό  πρωί  ώς  τις τρεις  το  απόγευμα  πού  σήμανε  γιά  τον  εσπερινό,  οπότε  ό  δόκιμος
αναγκάστηκε νά  βγή.  Πέφτει κάτω ό  τυπικάρης,  τοϋ βάζει  μετάνοια  καί  τοϋ  λέει: ¨Νά μέ
συγχώρησης, αδελφέ, έφταιξα³! Έτσι έρχεται ή Χάρις τοϋ Θεοϋ. 

Όποιος μελετά σωστά τον εαυτό του δεν τον δικαιολογεί.


- Γέροντα, πώς γίνεται, ένώ νιώθω τήν αδυναμία μου, νά δικαιολογούμαι;
- Δέν  ένιωσες  τήν  αδυναμία  σου,  γι'  αυτό  δικαιολογείσαι.  Άν  τήν  είχες  νιώσει,  δέν  θά
δικαιολογούσες τον εαυτό σου. Αγαπούμε τον εαυτό μας δέν θέλουμε νά δυσκολευτούμε
δέν αγαπούμε  τον  κόπο.  Θέλουμε  πολλές  φορές  χωρίς  κόπο  νά  αποκτήσουμε  περιουσία.
Τουλάχιστον  νά  αναγνωρίσουμε ότι, έτσι όπως αντιμετωπίζουμε τά πράγματα, δέν πάμε καλά
πνευματικά καί νά ταπεινωθούμε. Άλλα ούτε κόπος ούτε αναγνώριση υπάρχει.
- Μπορεί κάποιος νά μελέτα, νά έξετάζη τον εαυτό του καί νά τον δικαιολογή;
- Όποιος μελετά  σωστά  τον  εαυτό  του  δέν  τον  δικαιολογεί.  Καί  βλέπεις,  είναι  μερικοί
έξυπνοι,  τετραπέρατοι,  πού  κάνουν  τελικά  τις  μεγαλύτερες  ανοησίες.  Γιατί  είναι  καί  το
βόλεμα. ¨Πώς μέ βολεύει, πώς με εξυπηρετεί εμένα³.
- Γέροντα, αυτός πού δικαιολογείται δεν βλέπει τις πτώσεις του στον αγώνα;
- Ο,τι και αν κάνη, τον ξεγελά ο διάβολος και τα δικαιολογεί όλα, το θέλημα, τό πείσμα,
τον εγωισμό, το ψέμα.
- Δεν θα τον βοηθούσε να καθρεφτίζη τόν εαυτό του στα Πατερικά βιβλία, και κυρίως στην
Αγία Γραφή;
- Γιά  έναν  πού  σκέφτεται  σωστά,  πνευματικά,  λύνονται  όλα τα  προβλήματα  μέσα  άπό
την Αγία Γραφή και τα Πατερικά βιβλία. Τά βλέπει μέσα εκεί ξεκάθαρα. Έναν όμως πού δεν κάνει
εργασία πνευματική και ή ψυχή του δέν είναι εξαγνισμένη, δεν τόν βοηθάει ούτε ή Αγία Γραφή,
γιατί όλα τά ερμηνεύει ανάποδα. Καλύτερα είναι νά λέη τόν λογισμό του στον πνευματικό
του  καί  νά  μήν  έρμηνεύη  μόνος  του  αυτά  πού  διαβάζει.  Αν  διάβαση  λ.χ. Παλαιά Διαθήκη,
μπορεί νά έρμηνεύση πονηρά αυτά πού θά διάβαση και νά μολυνθή. Έχω προσέξει, μερικοί
παίρνουν  κάτι άπό  τά πνευματικά πού διαβάζουν  καί  τό ερμηνεύουν όπως τους  βολεύει.
Δέν  είναι  ότι δέν  τους  κόβει  ή  δέν  καταλαβαίνουν  αυτά  πού  διαβάζουν,  τά  ερμηνεύουν
όμως έτσι,  γιά νά  δικαιολογήσουν  τόν  εαυτό  τους.  Φοβερό  πράγμα!  Αλλά  καί  τά
πνευματικά  πού  ακούν,  εχω  καταλάβει,  σπάνια  τά  πιάνουν  σωστά.  Λέω,  ας  υποθέσουμε,
ένα περιστατικό,  γιά  νά  τονίσω  κάτι. Ένώ εγώ άλλο θέλω νά  τονίσω,  μερικοί ψάχνουν νά
βρουν κάτι άπό όλο τό περιστατικό, γιά νά πιαστούν καί νά δικαιολογήσουν ένα κουσούρι,
ένα σφάλμα τους, γιά νά αναπαύσουν δηλαδή τά πάθη τους. Δέν σκέφτονται ότι αυτός, γιά
τόν  όποιο  κάτι  ανέφερα,  δέν  πρόσεξε  καί  κατέληξε  εκεί πού κατέληξε,  άλλα  λένε: ¨άφοϋ
υπάρχουν άνθρωποι σέ τόσο άσχημη κατάσταση, τότε έμεϊς είμαστε πολύ καλά, καί έτσι
δικαιολογούν τόν εαυτό τους. Άπό δικαιολογίες ο διάβολος βρίσκει ένα σωρό.
Όποιος δικαιολογεί τον εαυτό του, ανάπαυση δέν βρίσκει. Δέν έχει παρηγοριά. Αυτόν
πού δικαιώνει τον εαυτό του, ό εαυτός του τον δικαιώνει; Ό εαυτός του, ή συνείδηση του,
δέν τον δικαιώνουν, και δέν έχει ανάπαυση. Αυτό δείχνει ότι φταίει. Πώς τα έχει κανονίσει
ό  Θεός!  Έδωσε  στον  άνθρωπο  τήν  συνείδηση,  φοβερό!  Μπορεί  να  επιτυχή  κάποιος  αυτό
πού θέλει εϊτε μέ βάρβαρο τρόπο εϊτε μέ πονηριά εϊτε μέ κολακεία, αλλά ανάπαυση δέν θά
βρή. Άπό αυτό μπορεί μόνος του νά διαπίστωση ότι δέν βαδίζει καλά.
Όταν κάποιος δέχεται τήν αδικία, είναι σάν νά παίρνη μιά πνευματική περιουσία και
χαίρεται. Ένώ, όταν δικαιώνη τον εαυτό του, είναι σάν νά ξοδεύη κάτι άπό τήν περιουσία
του και δέν νιώθει χαρά. Θέλω νά πω, δέν έχει τήν πνευματική ανάπαυση πού θά είχε, αν
δέν δικαίωνε τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν δέν έχη δίκαιο και δικαιώνη τον εαυτό του!
Όργή  Θεού  μαζεύει,  γιατί  τότε  είναι  ένα  αρπαγμα  σπαταλάει  μιά  περιουσία  πού  τοΰ
δίνεται. Βρίσκει ανάπαυση αυτός πού σπαταλάει;
Μέ  τήν  δικαιολογία  κανείς  τυφλώνεται.  Ακόμη  και  άνθρωπο  νά  σκοτώση,  τον
δικαιολογεί ό διάβολος. ¨Πώς τον ύπέμεινες τόσον καιρό; τοΰ λέει. Έπρεπε νά τον είχες σκοτώσει
νωρίτερα. Και μπορεί νά θέλη νά πάρη και μισθό άπό τον Χριστό γιά τά λίγα χρόνια πού
ύπέμεινε! Κατάλαβες; Έκεί φθάνει!
- Άφοϋ,  Γέροντα,  αυτός  πού  δικαιολογείται  ταλαιπωρείται,  γιατί  δέχεται  αυτό  το
βάσανο της συνειδήσεως;
- Είναι ή συνήθεια. Γιά νά τήν κόψη, χρειάζεται θέληση. Και πρέπει νά μάθη όχι μόνο νά μή
δικαιολογήται,  άλλα  και  νά  τοποθετήται  σωστά.  Αν  δέν  δικαιολογηθη,  αλλά  μέσα  του
πιστεύη  ότι  τον  αδίκησαν,  τότε  είναι  χειρότερα.  Γιατί,  αν  δικαιολογηθη,  θά  τοΰ  πή  καί  ό
άλλος  κάτι  και  θά  μπόρεση  έτσι  νά  γνωρίση  τόν  εαυτό  του  και  νά  βγή  από  την  πλάνη.
Αλλιώς, μπορεί νά μη μιλάη, αλλά μέσα του νά λέη: ¨εχω δίκιο, όμως δεν μιλάω, γιατί εχω
ανωτερότητα
, και νά παραμένη στην πλάνη.